Πλαστές συμβάσεις, ανύπαρκτες παροχές, εξώδικα, δημοτικά τέλη και δεσμεύσεις λογαριασμών: ένα σύστημα που κυνηγά τα θύματα και αφήνει τα κυκλώματα να δουλεύουν ανενόχλητα
Στην Ελλάδα δεν χρειάζεται πλέον να κλέψεις ρεύμα για να κατηγορηθείς ότι χρωστάς.
Αρκεί κάποιος να κλέψει τα προσωπικά σου στοιχεία.
Να πλαστογραφήσει την υπογραφή σου. Να εμφανίσει ένα ακίνητο που δεν είδες ποτέ ως δική σου ιδιοκτησία ή κατοικία. Να συνάψει σύμβαση ηλεκτροδότησης στο όνομά σου. Να αφήσει απλήρωτους λογαριασμούς και να εξαφανιστεί.
Και τότε αρχίζει η δική σου τιμωρία.
Εξώδικα. Διαταγές πληρωμής. Δημοτικά τέλη. Χρέη που μεταφέρονται στην εφορία. Απειλές κατασχέσεων. Δεσμεύσεις τραπεζικών λογαριασμών. Δικηγόροι, γραφολόγοι, μηνύσεις και ένας ατελείωτος κύκλος υπηρεσιών που δηλώνουν αναρμόδιες.
Ο απατεώνας συνεχίζει τη ζωή του.
Ο πολίτης πρέπει να αποδείξει ότι δεν είναι ο απατεώνας.
Αυτό δεν είναι απλώς μια «δυσλειτουργία της αγοράς ενέργειας». Είναι θεσμική παράνοια.
Πρώτα σε χρεώνουν και μετά ζητούν να αποδείξεις ότι δεν υπέγραψες
Οι καταγγελίες που έρχονται στο φως περιγράφουν πολίτες οι οποίοι εμφανίζονται ως συμβαλλόμενοι σε παροχές ηλεκτρικού ρεύματος σε περιοχές όπου δεν έζησαν ποτέ και σε ακίνητα με τα οποία δεν είχαν καμία απολύτως σχέση.
Στους φακέλους των εταιρειών μπορεί να υπάρχουν συμβάσεις, υπεύθυνες δηλώσεις, μισθωτήρια ή δηλώσεις ιδιοκτησίας.
Μόνο που είναι πλαστά.
Το αυτονόητο θα ήταν ο πάροχος που αποδέχθηκε τα έγγραφα, ο συνεργάτης που εισήγαγε τον «πελάτη» στο σύστημα και οι αρμόδιοι μηχανισμοί ελέγχου να αναλάβουν το βάρος της διερεύνησης.
Στην πράξη συμβαίνει το αντίθετο.
Το βάρος πέφτει στον πολίτη.
Αυτός πρέπει να βρει δικηγόρο. Αυτός πρέπει να πληρώσει γραφολόγο. Αυτός πρέπει να αποδείξει ότι η υπογραφή του δεν είναι δική του. Αυτός πρέπει να υποβάλει καταγγελίες σε παρόχους, ρυθμιστικές αρχές, Αρχή Προστασίας Δεδομένων, Συνήγορο του Καταναλωτή, δήμους, φορολογικές υπηρεσίες και δικαστικές αρχές.
Λες και είναι φυσιολογικό να ζητάς από έναν άνθρωπο να αποδείξει ότι δεν κατοικούσε σε ένα σπίτι που δεν γνώριζε καν ότι υπάρχει.
Οι πάροχοι κυνηγούν πελάτες – Οι πολίτες κυνηγούν το δίκιο τους
Η ρίζα του προβλήματος δεν είναι δύσκολο να εντοπιστεί.
Η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας έχει στηθεί πάνω σε ένα ανελέητο κυνήγι νέων συμβολαίων. Εξωτερικοί συνεργάτες, μεσάζοντες και αλυσίδες πωλήσεων αμείβονται για κάθε νέο πελάτη που εμφανίζουν.
Οι σχετικές αμοιβές, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, μπορούν να φθάνουν ακόμη και τα 160 ή τα 200 ευρώ ανά σύμβαση.
Και εδώ βρίσκεται η απόλυτη στρέβλωση:
Σε ορισμένες περιπτώσεις, εκείνος που πληρώνεται για να φέρει τον πελάτη είναι ουσιαστικά και εκείνος που ελέγχει αν τα δικαιολογητικά του πελάτη είναι γνήσια.
Ο πωλητής γίνεται ελεγκτής του εαυτού του.
Όσο περισσότερες συμβάσεις περνούν, τόσο περισσότερα χρήματα εισπράττει.
Και μετά όλοι παριστάνουν τους έκπληκτους όταν εμφανίζονται πλαστά μισθωτήρια, πλαστές υπογραφές και ανύπαρκτοι ιδιοκτήτες.
Δεν πρόκειται για «μεμονωμένα περιστατικά». Πρόκειται για ένα μοντέλο πωλήσεων που δημιουργεί αντικίνητρο στον ουσιαστικό έλεγχο.
Όταν το κέρδος βρίσκεται στην ταχύτητα και όχι στην ταυτοποίηση, η απάτη παύει να αποτελεί ατύχημα. Μετατρέπεται σε προβλέψιμο αποτέλεσμα.
Μία λέξη στο τηλέφωνο μπορεί να γίνει «σύμβαση»
Ιδιαίτερα επικίνδυνο πεδίο αποτελούν οι τηλεφωνικές πωλήσεις.
Καταναλωτές καταγγέλλουν ότι ερωτώνται εάν επιθυμούν να λάβουν μια προσφορά για να τη μελετήσουν. Η θετική απάντηση μπορεί, μέσα από αδιαφανείς διαδικασίες, να εμφανιστεί αργότερα ως αποδοχή σύμβασης.
Δηλαδή το «ναι, στείλτε μου την προσφορά» κινδυνεύει να μετατραπεί σε «ναι, συμφωνώ να αλλάξω πάροχο».
Αυτό δεν είναι πώληση.
Είναι υφαρπαγή συναίνεσης.
Και όταν οι αρμόδιες αρχές συζητούν ακόμη την υποχρεωτική γραπτή επιβεβαίωση και τη ρητή ηλεκτρονική συναίνεση, το ερώτημα είναι απλό:
Γιατί δεν ήταν αυτονόητα υποχρεωτικές από την πρώτη ημέρα;
Πώς επιτρέπεται να αλλάζει χέρια μια παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, να δημιουργούνται οφειλές χιλιάδων ευρώ και να δεσμεύεται ένας άνθρωπος συμβατικά χωρίς ισχυρή ταυτοποίηση;
Σε μια εποχή όπου οι τράπεζες απαιτούν πολλαπλά επίπεδα πιστοποίησης ακόμη και για μια μικρή ηλεκτρονική συναλλαγή, η αγορά ενέργειας φαίνεται να θεωρεί επαρκές ένα τηλεφώνημα και ορισμένα αρχεία αμφίβολης προέλευσης.
Ο πάροχος σταματά να σε ενοχλεί – Ο δήμος συνεχίζει
Ακόμη και όταν ένας πολίτης κατορθώσει να πείσει την εταιρεία ότι τα έγγραφα είναι πλαστά, ο εφιάλτης δεν τελειώνει.
Τα δημοτικά τέλη που συνδέονται με την παροχή μπορεί να έχουν ήδη βεβαιωθεί. Ο δήμος μπορεί να απαιτεί την πληρωμή τους. Οι οφειλές μπορεί να έχουν μεταφερθεί στην εφορία. Και η φορολογική διοίκηση μπορεί να προχωρήσει σε μέτρα είσπραξης ή ακόμη και σε δέσμευση λογαριασμών.
Έτσι δημιουργείται ένας διοικητικός λαβύρινθος όπου κάθε υπηρεσία επικαλείται τα στοιχεία της προηγούμενης.
Ο πάροχος λέει ότι έλαβε μια σύμβαση.
Ο ΔΕΔΔΗΕ παραπέμπει στον πάροχο.
Ο πάροχος παραπέμπει στον συνεργάτη.
Ο δήμος επικαλείται την ενεργή παροχή.
Η εφορία επικαλείται τη βεβαιωμένη οφειλή.
Και ο πολίτης παραμένει στη μέση, να κρατά μια πραγματογνωμοσύνη που αποδεικνύει ότι η υπογραφή του είναι πλαστή και να προσπαθεί να εξηγήσει στο ελληνικό Δημόσιο ότι δεν μπορεί να χρωστά δημοτικά τέλη για ένα σπίτι που δεν ήταν ποτέ δικό του.
Αυτό δεν είναι κράτος δικαίου.
Είναι διοικητική ομηρία.
Το σύστημα γνωρίζει το πρόβλημα – Αλλά δεν το λύνει
Οι αρμόδιες αρχές δεν μπορούν να ισχυριστούν ότι δεν γνωρίζουν.
Οι καταγγελίες και τα παράπονα προς τη ΡΑΑΕΥ εμφανίζονται αυξημένα περίπου κατά 10%, ενώ το συνολικό κόστος της παραβατικότητας στην αγορά ενέργειας είναι τεράστιο. Οι ρευματοκλοπές υπολογίζεται ότι επιβαρύνουν τους συνεπείς καταναλωτές κατά περίπου 400 εκατ. ευρώ ετησίως, ενώ οι οφειλές στρατηγικών κακοπληρωτών εκτιμώνται κοντά στα 1,6 δισ. ευρώ.
Το κόστος δεν εξαφανίζεται.
Μεταφέρεται.
Στους συνεπείς καταναλωτές. Στα τιμολόγια. Στις ρυθμιζόμενες χρεώσεις. Στους ανθρώπους που πληρώνουν κανονικά και καλούνται να καλύψουν τις τρύπες όσων κλέβουν, εξαπατούν ή μετακινούν παροχές από εταιρεία σε εταιρεία αφήνοντας πίσω τους χρέη.
Και αντί να χτυπηθούν οι πραγματικοί μηχανισμοί της απάτης, το σύστημα συχνά επιλέγει τον εύκολο στόχο: εκείνον του οποίου τα στοιχεία βρέθηκαν σε ένα αρχείο.
Το όνομα υπάρχει;
Υπάρχει ΑΦΜ;
Υπάρχει μια υπογραφή, έστω και πλαστή;
Στείλτε το εξώδικο.
Και ας αποδείξει ο πολίτης τα υπόλοιπα.
Η «αυτορρύθμιση» απέτυχε
Οι εταιρείες υποστηρίζουν ότι και οι ίδιες πέφτουν θύματα οργανωμένων κυκλωμάτων και ότι διακόπτουν συνεργασίες όταν εντοπίζονται πλαστογραφίες.
Αυτό όμως δεν αρκεί.
Δεν μπορεί μια επιχείρηση να απολαμβάνει τα οφέλη ενός εκτεταμένου δικτύου πωλήσεων, να αυξάνει το πελατολόγιό της μέσω τρίτων και, όταν εμφανίζονται πλαστά έγγραφα, να δηλώνει ότι ευθύνεται κάποιος άγνωστος εξωτερικός συνεργάτης.
Όποιος επιλέγει το δίκτυο πωλήσεων έχει ευθύνη για τον έλεγχό του.
Όποιος κερδίζει από τη σύμβαση έχει υποχρέωση να πιστοποιεί ότι η σύμβαση είναι πραγματική.
Όποιος αποστέλλει εξώδικα και ζητά χρήματα οφείλει προηγουμένως να έχει διασφαλίσει ότι απαιτεί τα χρήματα από τον σωστό άνθρωπο.
Η εταιρική ευθύνη δεν μπορεί να σταματά στην προμήθεια του μεσάζοντα.
Κανένα συμβόλαιο χωρίς ισχυρή ταυτοποίηση
Οι λύσεις δεν χρειάζονται πολυετείς επιτροπές και ατελείωτες διαβουλεύσεις.
Χρειάζονται πολιτική βούληση.
Καμία αλλαγή παρόχου δεν πρέπει να ολοκληρώνεται χωρίς ισχυρή ηλεκτρονική ταυτοποίηση του συμβαλλομένου.
Καμία τηλεφωνική συναίνεση δεν πρέπει να θεωρείται σύμβαση χωρίς μεταγενέστερη γραπτή και ρητή αποδοχή.
Κάθε μισθωτήριο ή τίτλος ιδιοκτησίας πρέπει να διασταυρώνεται ηλεκτρονικά με τα διαθέσιμα κρατικά μητρώα.
Κάθε πάροχος πρέπει να έχει πλήρη ευθύνη για τους εξωτερικούς συνεργάτες και υπεργολάβους που χρησιμοποιεί.
Κάθε καταγγελία πλαστογραφίας πρέπει να «παγώνει» αυτόματα όχι μόνο την απαίτηση του παρόχου, αλλά και τα δημοτικά τέλη, τη φορολογική βεβαίωση και κάθε μέτρο αναγκαστικής είσπραξης μέχρι να ολοκληρωθεί η διερεύνηση.
Και κυρίως, το βάρος της απόδειξης δεν μπορεί να παραμένει στον πολίτη.
Δεν γίνεται ο άνθρωπος που καταγγέλλει κλοπή ταυτότητας να αντιμετωπίζεται ως οφειλέτης μέχρι να αποδείξει το αντίθετο.
Η ενέργεια έγινε πεδίο κερδοσκοπίας, απάτης και ατιμωρησίας
Η αγορά ηλεκτρικού ρεύματος δεν μπορεί να λειτουργεί σαν ξέφραγο αμπέλι.
Το ηλεκτρικό ρεύμα είναι βασικό κοινωνικό αγαθό. Η σύμβαση ηλεκτροδότησης δημιουργεί σοβαρές οικονομικές, φορολογικές και διοικητικές συνέπειες. Δεν μπορεί να συνάπτεται με διαδικασίες που θυμίζουν πώληση τηλεφωνικού πακέτου.
Όταν ένας πολίτης μπορεί να ξυπνήσει ένα πρωί και να ανακαλύψει ότι «κατέχει» τρία άγνωστα ακίνητα, ότι χρωστά σε δύο παρόχους και ότι ένας δήμος έχει στείλει τις οφειλές του στην εφορία, το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα κυκλώματα.
Το πρόβλημα είναι το σύστημα που τους επιτρέπει να υπάρχουν.
Ένα σύστημα που ελέγχει πλημμελώς, χρεώνει αυτοματοποιημένα και διορθώνει απρόθυμα.
Ένα σύστημα που είναι ταχύτατο όταν πρέπει να εκδώσει λογαριασμό και εξαιρετικά αργό όταν πρέπει να αναγνωρίσει το λάθος του.
Ένα σύστημα που αντιμετωπίζει τον πολίτη ως αριθμό παροχής, μέχρι να έρθει η στιγμή να του ζητήσει χρήματα.
Τότε ξαφνικά θυμάται και το όνομά του.
Ακόμη κι αν το όνομα το έβαλε στη σύμβαση ένας πλαστογράφος.

