Η παρουσία στην τουρκική άσκηση «Denizkurdu-II/2026» δεν συνιστά αναγνώριση του ψευδοκράτους – Βασική αποστολή των στρατιωτικών ακολούθων είναι η συλλογή και αξιολόγηση πληροφοριών
Παρέμβαση στη δημόσια συζήτηση που προκλήθηκε από φωτογραφικό υλικό της τουρκικής άσκησης «Denizkurdu-II/2026» πραγματοποίησε ο αντιστράτηγος ε.α. και αμυντικός αναλυτής Λάζαρος Καμπουρίδης.
Η εικόνα παρουσίαζε τον Έλληνα Αεροπορικό Ακόλουθο να παρακολουθεί την Ημέρα Διακεκριμένων Επισκεπτών της άσκησης από χώρο στον οποίο βρισκόταν και Τουρκοκύπριος, τον οποίο η Άγκυρα εμφανίζει ως «Ακόλουθο Άμυνας» του ψευδοκράτους.
Η φωτογραφία αξιοποιήθηκε άμεσα από τουρκικούς λογαριασμούς και μέσα ενημέρωσης, τα οποία επιχείρησαν να παρουσιάσουν τους δύο αξιωματικούς ως ισότιμους εκπροσώπους δύο κρατικών οντοτήτων. Η τουρκική επικοινωνιακή διαχείριση προκάλεσε αντιδράσεις σε Ελλάδα και Κύπρο, με ορισμένους να καταγγέλλουν ακόμη και έμμεση νομιμοποίηση του κατοχικού μορφώματος.
Ο Λάζαρος Καμπουρίδης, όμως, χαρακτηρίζει αυτή την κριτική λανθασμένη και εξηγεί ότι η παρουσία του Έλληνα αξιωματικού δεν είχε διπλωματικό ή πολιτικό χαρακτήρα.
«Αυτή είναι η δουλειά τους»
Όπως επισημαίνει, οι Έλληνες στρατιωτικοί ακόλουθοι που υπηρετούν στην Άγκυρα οφείλουν να παρακολουθούν τις ενημερώσεις, τις ασκήσεις και τις δραστηριότητες των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Πρόκειται για βασικό τμήμα της αποστολής τους, η οποία περιλαμβάνει τη συλλογή, την αξιολόγηση και τη διαβίβαση πληροφοριών στρατιωτικού ενδιαφέροντος προς την ελληνική πλευρά.
Η απουσία των Ελλήνων ακολούθων από τέτοιες δραστηριότητες δεν θα έπληττε την Τουρκία. Θα στερούσε από την Ελλάδα τη δυνατότητα άμεσης παρατήρησης των τουρκικών επιχειρησιακών δυνατοτήτων, της οργάνωσης, των νέων οπλικών συστημάτων και των τακτικών που παρουσιάζονται κατά τη διάρκεια των ασκήσεων.
«Αν δεχθούμε ότι οι Έλληνες ακόλουθοι πρέπει να απέχουν από όλες τις δραστηριότητες του τουρκικού Γενικού Επιτελείου, επειδή σε αυτές βρίσκεται και εκπρόσωπος του ψευδοκράτους, τότε θα πρέπει ουσιαστικά να κλείσουμε τα στρατιωτικά γραφεία μας στην Άγκυρα», τονίζει χαρακτηριστικά ο Λάζαρος Καμπουρίδης.
Άλλο η παρουσία, άλλο η αναγνώριση
Η Τουρκία είναι η μόνη χώρα που αναγνωρίζει την αποσχιστική οντότητα στα κατεχόμενα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Για τον λόγο αυτόν εντάσσει συστηματικά Τουρκοκύπριους εκπροσώπους στις στρατιωτικές και διπλωματικές εκδηλώσεις που διοργανώνονται στο τουρκικό έδαφος.
Το γεγονός, όμως, ότι ένας Έλληνας ακόλουθος βρίσκεται στον ίδιο χώρο δεν συνιστά ούτε επαφή, ούτε αποδοχή, ούτε αναγνώριση θεσμικής ιδιότητας.
Σύμφωνα με τον Λάζαρο Καμπουρίδη, οι Έλληνες ακόλουθοι δεν συνομιλούν και δεν αναπτύσσουν επίσημες σχέσεις με τους λεγόμενους «ακολούθους» του ψευδοκράτους.
Διαφορετική είναι η αντιμετώπιση όταν εκπρόσωπος του κατοχικού μορφώματος προσκαλείται από πρεσβεία τρίτης χώρας, η οποία δεν αναγνωρίζει το ψευδοκράτος. Σε αυτές τις περιπτώσεις οι Έλληνες αξιωματικοί διαμαρτύρονται, αποχωρούν και ακολουθεί επίσημη διπλωματική παρέμβαση της ελληνικής πρεσβείας.
Το πραγματικό ζήτημα είναι η τουρκική προπαγάνδα
Η τοποθέτηση του Λάζαρου Καμπουρίδη δεν σημαίνει ότι πρέπει να υποτιμηθεί η επικοινωνιακή εκμετάλλευση της φωτογραφίας από την Άγκυρα.
Η Τουρκία επιδιώκει διαχρονικά να δημιουργεί εικόνες τεχνητής ισοτιμίας μεταξύ της διεθνώς αναγνωρισμένης Κυπριακής Δημοκρατίας και του παράνομου μορφώματος των κατεχομένων. Μια προσεκτικά επιλεγμένη φωτογραφική γωνία μπορεί να αξιοποιηθεί ως προπαγανδιστικό εργαλείο, ακόμη και όταν δεν υπάρχει καμία θεσμική επαφή μεταξύ των προσώπων που εμφανίζονται.
Επομένως, το ερώτημα δεν είναι γιατί ο Έλληνας Αεροπορικός Ακόλουθος εκτέλεσε την αποστολή του παρακολουθώντας μία από τις μεγαλύτερες τουρκικές στρατιωτικές ασκήσεις.
Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν η ελληνική πλευρά διαθέτει επαρκή μηχανισμό άμεσης ενημέρωσης και επικοινωνιακής αντίδρασης, ώστε να αποδομεί εγκαίρως τις τουρκικές απόπειρες δημιουργίας ψευδών εντυπώσεων.
Η κριτική πρέπει να στρέφεται στην τουρκική προπαγάνδα και όχι στον Έλληνα αξιωματικό που βρέθηκε στην Άγκυρα για να εκτελέσει το θεσμικό και υπηρεσιακό του καθήκον.
Η συλλογή πληροφοριών δεν αποτελεί παραχώρηση. Αποτελεί αναγκαίο εργαλείο εθνικής ασφάλειας.

