Το απόσπασμα του Δημήτρη Λιαντίνη δεν είναι ένα ακόμη φιλολογικό ξέσπασμα. Είναι μια αμείλικτη τομή στο σώμα μιας κοινωνίας που έχασε τον πυρήνα της: το ήθος, την παιδεία, τον νου και την αλήθεια.
Με γλώσσα πυρακτωμένη, αρχαιοελληνικές και λατινικές αναφορές, ο Λιαντίνης στήνει ένα κατηγορητήριο όχι μόνο κατά των ελίτ, αλλά και κατά των μαζών που προτιμούν το έτοιμο ψέμα από τη δύσκολη γνώση. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η εκρηκτική επικαιρότητα του κειμένου του.
Η ρίζα της παρακμής: όταν η ελίτ χάνει το ήθος
Για τον Λιαντίνη, η παρακμή δεν αρχίζει από την οικονομία ούτε από την πολιτική διαχείριση. Αρχίζει από κάτι βαθύτερο: από τη στιγμή που οι ηγετικές τάξεις ενός τόπου — επιστήμονες, πολιτικοί, καλλιτέχνες — παύουν να υπηρετούν το ήθος και αρχίζουν να υπηρετούν το προσωπείο, τη ματαιοδοξία και τη βολή.
Το «ποικιλόδειρο αηδονάκι» του Ηράκλειτου, δηλαδή ο εσωτερικός δαίμονας, το πνευματικό κάλεσμα του ανθρώπου, έχει σωπάσει. Και στη θέση του, γράφει, ακούγονται μόνο «κουρούνες» στην Αγορά. Δεν μιλά λοιπόν για μια απλή υποχώρηση της ποιότητας. Μιλά για πλήρη αντιστροφή αξιών: η αρετή εξορίζεται και η χυδαιότητα εγκαθίσταται ως κανονικότητα.
Παιδεία χωρίς φως: από τη μόρφωση στη διαστροφή του ανθρώπου
Η πιο σκληρή ίσως διατύπωση του αποσπάσματος είναι αυτή για τα παιδιά: γεννιούνται «λευκά σαν το νωπό χιόνι», αλλά οι ενήλικοι τα βουτούν σε «κολυμπήθρα γιομάτη κατράμι και πίσσα». Εδώ ο Λιαντίνης δεν επιτίθεται απλώς σε ένα σχολικό σύστημα. Επιτίθεται σε ολόκληρη την κοινωνική μηχανή που παραμορφώνει τον άνθρωπο από τα πρώτα του βήματα.
Η παιδεία, αντί να καλλιεργεί κρίση, χαρακτήρα και ελευθερία, μετατρέπεται σε μηχανισμό συμμόρφωσης, αποβλάκωσης και ηθικής πτώσης. Ο ευγενικός νους, το alto ingegno του Δάντη, εκθρονίζεται. Και στη θέση του στήνεται το «παχύ μας άντερο»: η κοιλιά, το ένστικτο, η μικρότητα, η κατανάλωση, η ευκολία.
Οι μάζες, η ψεύτικη γνώση και η κοινωνία της αιώνιας διασκέδασης
Ο Λιαντίνης δεν χαρίζει συγχωροχάρτι ούτε στους πολλούς. Αντίθετα, τους χρεώνει συνενοχή. Οι μάζες, λέει, δεν κοπιάζουν για την αλήθεια· ζητούν «έτοιμη την κάλπικη γνώση». Δεν θέλουν την άσκηση του νου, αλλά το εύπεπτο σύνθημα. Δεν θέλουν το βάθος, αλλά το θέαμα. Δεν θέλουν το τραγικό μέτρο της ζωής, αλλά την ψευδαίσθηση της μόνιμης γιορτής.
Γι’ αυτό και η κοινωνία κατρακυλά από τις «innumerabiles annorum series» στα τηλεοπτικά σήριαλ, από το στάδιο στην αρένα του θεάματος, από την πειθαρχία στην ευκολία, από το αληθινό βίωμα στο κούφιο κατασκεύασμα. Ο άνθρωπος θέλει μόνο άνοιξη, μόνο ευχαρίστηση, μόνο κατανάλωση — και ξεχνά πως η ζωή έχει και χειμώνα, κόπο, φθορά, αναγκαιότητα. Χωρίς αυτή τη γνώση, λέει ο Λιαντίνης, το βίωμα γίνεται θράσος και το πράγμα κλούβιο.
Ο Λιαντίνης δεν έγραψε ένα κείμενο παρηγοριάς. Έγραψε ένα καμπανάκι πολιτισμικού συναγερμού. Μας λέει κατάμουτρα ότι μια κοινωνία δεν πεθαίνει μόνο όταν πεινάει· πεθαίνει όταν παύει να ντρέπεται, όταν γελοιοποιεί τον νου, όταν δηλητηριάζει τα παιδιά της και όταν βαφτίζει την πνευματική της αθλιότητα «πρόοδο».
Και τότε δεν μιλάμε πια για κρίση. Μιλάμε για εκούσια παρακμή.

