Η υπόθεση Λαζαρίδη δεν είναι μια ακόμη φασαρία της επικαιρότητας γύρω από έναν «αμφιλεγόμενο τίτλο σπουδών». Είναι ένα ωμό θεσμικό ερώτημα: πώς διορίστηκε σε θέση ειδικού επιστήμονα ένας άνθρωπος του οποίου ο τίτλος εμφανίζεται να προέρχεται από εκπαιδευτικό σχήμα που δεν προκύπτει ως αναγνωρισμένο πανεπιστημιακό ίδρυμα;
Και αν πράγματι δεν υπήρχε ο απαιτούμενος τίτλος, τότε δεν μιλάμε για παρεξήγηση. Μιλάμε για κρατική θέση, δημόσιο χρήμα και πολιτική προστασία. Μιλάμε για μια εξουσία που κουνά το δάχτυλο στην κοινωνία περί «αριστείας», αλλά όταν η υπόθεση ακουμπά δικό της στέλεχος, ξαφνικά όλα γίνονται θολά, ελαστικά και βολικά.
Το κρίσιμο δεν είναι τι δήλωνε — αλλά αν κάλυπτε τον νόμο
Ο πυρήνας της υπόθεσης είναι απλός. Η θέση του ειδικού επιστήμονα δεν είναι διακοσμητική ούτε συμβολική. Δεν είναι μια κομματική καρέκλα βαφτισμένη με βαρύγδουπο τίτλο. Είναι θέση που απαιτεί συγκεκριμένα προσόντα και συγκεκριμένη νομική βάση.
Άρα το ερώτημα δεν είναι αν ο Μακάριος Λαζαρίδης έγραψε στο βιογραφικό του ότι σπούδασε. Το ερώτημα είναι αν ο τίτλος που επικαλούνταν ήταν πράγματι αυτός που απαιτούσε ο νόμος για να εισέλθει σε τέτοια θέση. Αν όχι, τότε το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι θεσμικό και πολιτικό στον σκληρό του πυρήνα.
Η υπερασπιστική γραμμή καταρρέει πάνω στο ίδιο της το επιχείρημα
Η γραμμή «εγώ κατέθεσα ό,τι μου ζήτησαν και αν υπήρχε πρόβλημα θα μου το έλεγαν» δεν αθωώνει κανέναν. Αντίθετα, βαθαίνει το πρόβλημα. Γιατί σε ένα σοβαρό κράτος δεν αρκεί να λέει ένας αξιωματούχος ότι «κάποια υπηρεσία τα δέχτηκε». Το θέμα είναι αν τα δικαιολογητικά ήταν επαρκή, νόμιμα και αληθή ως προς τη θεσμική τους αξία.
Δεν μπορεί η ευθύνη να εξατμίζεται μέσα στη διοικητική ομίχλη. Δεν γίνεται να χάνεται ανάμεσα σε φακέλους, υπογραφές και κομματικές διαδρομές. Αν ο τίτλος δεν ήταν αναγνωρισμένος, τότε κάποιος είτε δεν έλεγξε είτε έκανε ότι δεν έβλεπε. Και τα δύο συνιστούν πολιτικό σκάνδαλο.
Η “αριστεία” τους είναι πάντα για τους άλλους
Εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται η υποκρισία του συστήματος. Για τον απλό πολίτη, για το παιδί που έλιωσε σε σχολές και εξετάσεις, για τον νέο επιστήμονα που έφυγε στο εξωτερικό, το κράτος είναι αμείλικτο. Θέλει χαρτιά, αναγνωρίσεις, ισοτιμίες, πιστοποιήσεις, σφραγίδες. Για τα δικά του όμως πρόσωπα, ξαφνικά όλα χωράνε: μισόλογα, ασάφειες, βιογραφικά χωρίς σαφή θεσμική κατοχύρωση και μια γενική απαίτηση να «το αφήσουμε εδώ».
Αυτό εξοργίζει περισσότερο από το ίδιο το πρόσωπο της υπόθεσης. Διότι δεν πρόκειται απλώς για έναν πολιτικό που οφείλει εξηγήσεις. Πρόκειται για έναν μηχανισμό εξουσίας που επιβραβεύει τους δικούς του ακόμη και όταν γύρω τους αιωρούνται σοβαρότατα ερωτήματα νομιμότητας.
Ο Μακάριος Λαζαρίδης δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από αναρτήσεις, μισόλογα και μετακύλιση ευθυνών στις υπηρεσίες. Η υπόθεση είναι πια καθαρή: ή υπήρχε νόμιμος, αναγνωρισμένος και επαρκής τίτλος για τη θέση που κατέλαβε, ή δεν υπήρχε. Και αν δεν υπήρχε, τότε το κράτος πληρώθηκε με ψέμα και η εξουσία κάλυψε έναν δικό της άνθρωπο.
Γιατί στο τέλος αυτό είναι το πραγματικό σκάνδαλο: όχι αν ένας υφυπουργός φούσκωσε το βιογραφικό του, αλλά αν μια κυβέρνηση που μιλά ασταμάτητα για αξιοκρατία χτίστηκε ξανά πάνω στην πιο παλιά ελληνική βρωμιά — στα δύο μέτρα, στα δύο σταθμά και στην ασυλία των ημετέρων.

