Μια πολιτική πρόβλεψη που αξίζει να διαβαστεί – Δεν αποτελεί αποκάλυψη ή επιβεβαιωμένη πληροφορία, αλλά περιγράφει με ανατριχιαστική ακρίβεια πώς μπορεί να στηθεί η επόμενη ημέρα των εκλογών
Υπάρχουν πολιτικές αναλύσεις που βασίζονται σε στοιχεία. Υπάρχουν και σκέψεις που ξεκινούν ως υποθέσεις, αλλά αξίζει να τις εξετάζουμε, επειδή αποτυπώνουν πιθανές κινήσεις του συστήματος.
Μία τέτοια πρόβλεψη κυκλοφορεί το τελευταίο διάστημα και προειδοποιεί: μην πέσετε στην παγίδα των προσχεδιασμένων συγκρούσεων και των δήθεν ασυμβίβαστων πολιτικών αντιπάλων.
Το σενάριο είναι τολμηρό, πολιτικά εκρηκτικό και –για τα ελληνικά δεδομένα– καθόλου αδύνατο.
Η αυτοδυναμία απομακρύνεται
Η πολιτική φθορά της κυβέρνησης, η ακρίβεια, η πίεση στα νοικοκυριά, η απογοήτευση της κοινωνίας και η πολυδιάσπαση του εκλογικού σώματος καθιστούν την αυτοδυναμία εξαιρετικά δύσκολη.
Οι αριθμοί μπορεί να αλλάζουν από δημοσκόπηση σε δημοσκόπηση, αλλά η μεγάλη εικόνα παραμένει: η λεγόμενη «δεξιά πολυκατοικία» δεν είναι πλέον ενιαία. Έχει ρωγμές, διαρροές και πολλούς επίδοξους διαχειριστές.
Και όταν τα εκλογικά κουκιά δεν βγαίνουν, το πολιτικό σύστημα δεν εγκαταλείπει εύκολα την εξουσία. Αναζητά νέες συσκευασίες, νέα πρόσωπα και, κυρίως, νέες δικαιολογίες.
Η πιο δοκιμασμένη από αυτές είναι η περιβόητη «σταθερότητα».
Ο ρόλος που θα μπορούσε να παίξει ο Σαμαράς
Σύμφωνα με αυτή την πολιτική ανάγνωση, μια νέα κίνηση υπό τον Αντώνη Σαμαρά δεν θα είχε ως πραγματικό στόχο να ανατρέψει τη Νέα Δημοκρατία. Θα μπορούσε να λειτουργήσει ως εκλογικό δίχτυ για τους απογοητευμένους και θυμωμένους δεξιούς ψηφοφόρους.
Αντί οι ψήφοι αυτοί να κατευθυνθούν σε ανεξέλεγκτες για το σύστημα επιλογές, θα συγκεντρώνονταν σε έναν χώρο με γνωστή ηγεσία, συγκεκριμένο πολιτικό παρελθόν και δυνατότητα μετεκλογικής διαπραγμάτευσης.
Αυτό, βεβαίως, αποτελεί πολιτική υπόθεση. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν κάποια κρυφή συμφωνία μεταξύ του Αντώνη Σαμαρά, του Κυριάκου Μητσοτάκη ή ευρωπαϊκών κέντρων. Το ερώτημα όμως παραμένει:
Πού θα κατευθύνονταν οι έδρες ενός τέτοιου κόμματος την επόμενη ημέρα των εκλογών;
Γιατί άλλο οι προεκλογικές καταγγελίες και άλλο η αριθμητική της εξουσίας.
Οι «ορκισμένοι αντίπαλοι» στο ίδιο τραπέζι
Και κάπου εδώ αρχίζει το πραγματικά ενδιαφέρον μέρος της πρόβλεψης.
Η Νέα Δημοκρατία χωρίς αυτοδυναμία. Ένα κόμμα Σαμαρά με κρίσιμο αριθμό εδρών. Το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη στη θέση του απαραίτητου κυβερνητικού εταίρου. Και ένας νέος σχηματισμός με τον Αλέξη Τσίπρα να διεκδικεί ρόλο στην πολιτική αναδιάταξη.
Προεκλογικά θα ανταλλάσσουν βαριές κουβέντες. Θα υψώνουν «κόκκινες γραμμές». Θα δηλώνουν ότι δεν συνεργάζονται, δεν υποχωρούν και δεν ξεχνούν.
Μετεκλογικά, όμως, μπορεί να εμφανιστεί η γνωστή φράση που στην Ελλάδα έχει ανοίξει περισσότερες πόρτες υπουργείων από όσες άνοιξαν οι ίδιες οι κάλπες:
«Η χώρα δεν πρέπει να μείνει ακυβέρνητη».
Θα προστεθεί η ανάγκη για «ευρωπαϊκή σταθερότητα», «εθνική υπευθυνότητα» και «κυβέρνηση ευρείας αποδοχής». Οι προεκλογικές διαφορές θα μπουν στο συρτάρι και οι πολιτικοί αντίπαλοι θα μας εξηγήσουν ότι αναγκάζονται να συνεργαστούν για να σώσουν την πατρίδα.
Πάντα για την πατρίδα. Ποτέ για τις καρέκλες.
Το πρόσωπο της συμβιβαστικής λύσης
Το μεγαλύτερο πρόβλημα μιας τέτοιας κυβέρνησης θα ήταν το πρόσωπο του πρωθυπουργού.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δύσκολα θα γινόταν αποδεκτός από όλους. Ο Αντώνης Σαμαράς θα προκαλούσε ισχυρές αντιδράσεις. Ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν θα μπορούσε εύκολα να επιβληθεί στους υπόλοιπους. Ο Αλέξης Τσίπρας θα συναντούσε σκληρές αντιστάσεις από τη δεξιά πλευρά.
Και τότε θα μπορούσε να εμφανιστεί η υποτιθέμενη «ουδέτερη» λύση: Νίκος Δένδιας.
Ένα πολιτικό πρόσωπο που διατηρεί ισχυρά ερείσματα στη Νέα Δημοκρατία, έχει σοβαρό θεσμικό προφίλ και μπορεί να συνομιλήσει με τμήματα του κεντρώου και πασοκογενούς ακροατηρίου.
Θα παρουσιαζόταν ως ο άνθρωπος της σύνθεσης. Ως η λύση που δεν προσβάλλει κανέναν. Ως ο πρωθυπουργός μιας κυβέρνησης «εθνικής ευθύνης».
Και πίσω από τη βιτρίνα της συμφιλίωσης θα άρχιζε η πραγματική διαπραγμάτευση: υπουργεία, υφυπουργεία, οργανισμοί, διοικήσεις, επιρροή και μηχανισμοί εξουσίας.
Το έργο το έχουμε ξαναδεί
Το συγκεκριμένο σενάριο μπορεί να μη συμβεί. Μπορεί να διαψευστεί πλήρως από τις πολιτικές εξελίξεις. Δεν πρέπει, επομένως, να παρουσιαστεί ως βεβαιότητα ή ως αποκάλυψη παρασκηνιακής συμφωνίας.
Αλλά υπάρχει ένας σοβαρός λόγος για να το κρατήσουμε στο μυαλό μας: στην Ελλάδα οι πιο σκληρές προεκλογικές αντιπαραθέσεις έχουν πολλές φορές καταλήξει σε μετεκλογικές συνεργασίες, οι οποίες βαφτίστηκαν «εθνική ανάγκη».
Γι’ αυτό οι πολίτες οφείλουν να μην ακούν μόνο τι λένε σήμερα οι πολιτικοί αρχηγοί. Πρέπει να τους ρωτούν καθαρά τι θα κάνουν με την ψήφο τους την επόμενη ημέρα.
Θα συνεργαστούν; Με ποιους; Υπό ποιες προϋποθέσεις; Ποιον θα δεχθούν για πρωθυπουργό;
Γιατί μπορεί να ψηφίζεις «ρήξη» και να σου προκύψει συγκυβέρνηση. Να ψηφίζεις «αλλαγή» και να ξυπνήσεις με τους ίδιους ανθρώπους, απλώς καθισμένους σε διαφορετικές καρέκλες.
Και όπως γνωρίζουμε καλά: εκεί όπου τελειώνει η προεκλογική λογική, αρχίζει η μετεκλογική μοιρασιά.

