Από το συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας στήθηκε ήδη το προεκλογικό αφήγημα: «σταθερότητα ή επιστροφή πίσω». Μόνο που η χώρα δεν ζει μέσα στα χειροκροτήματα του Metropolitan Expo.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέβηκε στο βήμα του 16ου Συνεδρίου της Νέας Δημοκρατίας και ουσιαστικά άνοιξε την προεκλογική αυλαία για το 2027. Δεν το είπε απλώς. Το έστησε ως δίλημμα. Μια τρίτη τετραετία, είπε, σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν θα ρισκάρει να γυρίσει «τρεις τετραετίες πίσω».
Μόνο που εδώ αρχίζει το πραγματικό πολιτικό ερώτημα: πίσω για ποιον; Για την κοινωνία που πληρώνει ρεύμα, σούπερ μάρκετ, ενοίκια και φόρους; Για τους νέους που ακούν για «Ελλάδα του 2030», αλλά δεν μπορούν να νοικιάσουν σπίτι το 2026; Για τους εργαζόμενους που βλέπουν αυξήσεις στα χαρτιά και ακρίβεια στο ταμείο;
Γιατί άλλο πράγμα είναι η εικόνα ενός κομματικού συνεδρίου και άλλο η πραγματικότητα μιας κοινωνίας που πιέζεται.
Το σύνθημα της σταθερότητας και η κούραση της κοινωνίας
Η Νέα Δημοκρατία επιχειρεί να ξαναστήσει το γνώριμο αφήγημα: «εμείς ή η αβεβαιότητα». Είναι το παλιό πολιτικό όπλο κάθε μακράς διακυβέρνησης που αρχίζει να κουράζει. Όταν δεν μπορείς πια να εμπνεύσεις, προσπαθείς να φοβίσεις. Όταν δεν αρκεί το έργο, επιστρατεύεις το παρελθόν. Όταν το παρόν δυσκολεύει, δείχνεις συνέχεια προς τα πίσω.
Ο πρωθυπουργός μίλησε για ανάπτυξη, επενδυτική βαθμίδα, μείωση ανεργίας, αύξηση μισθών, θεσμικές τομές, τεχνητή νοημοσύνη, άμυνα, εξωτερική πολιτική και Ελλάδα του 2030. Όλα αυτά είναι το μεγάλο αφήγημα.
Αλλά υπάρχει και η μικρή, καθημερινή αλήθεια.
Η ακρίβεια δεν είναι θεωρία. Είναι λογαριασμός.
Ο μισθός δεν είναι PowerPoint. Είναι 20 του μήνα.
Το ΕΣΥ δεν είναι εξαγγελία. Είναι αναμονή, ράντζο, εξάντληση προσωπικού.
Η περιφέρεια δεν είναι φωτογραφία με έργα. Είναι δρόμοι, νερό, σχολεία, νοσοκομεία, ασφάλεια.
Και εκεί, η «ισχυρή Ελλάδα» δεν αρκεί να ανακοινώνεται. Πρέπει να φαίνεται.
Η τρίτη τετραετία ως απαίτηση, όχι ως απολογισμός
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο της ομιλίας δεν ήταν η επίθεση στην αντιπολίτευση. Ήταν η αυτοπεποίθηση με την οποία παρουσιάστηκε η τρίτη τετραετία σχεδόν ως φυσική συνέχεια. Σαν να είναι αυτονόητο ότι μια κυβέρνηση που κυβερνά επί χρόνια δικαιούται ακόμη μία θητεία επειδή η ίδια θεωρεί ότι κράτησε τη χώρα όρθια.
Όμως στη δημοκρατία δεν υπάρχουν προπληρωμένες τετραετίες.
Δεν υπάρχουν πολιτικά δικαιώματα ιδιοκτησίας πάνω στην εξουσία.
Δεν υπάρχουν κυβερνήσεις που παίρνουν παράταση επειδή φοβίζουν τους πολίτες με το τι θα γίνει χωρίς αυτές.
Η τρίτη τετραετία δεν κρίνεται από τα χειροκροτήματα των συνέδρων. Κρίνεται από το αν ο πολίτης νιώθει ότι η ζωή του έγινε καλύτερη. Κρίνεται από το αν ο οικογενειακός προϋπολογισμός αντέχει. Κρίνεται από το αν οι θεσμοί λειτουργούν. Κρίνεται από το αν η εξουσία ελέγχεται και δεν αυτοθαυμάζεται.
Η αντιπολίτευση ως άλλοθι
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιτέθηκε στο «πολύχρωμο μέτωπο» της αντιπολίτευσης, λέγοντας ότι λέει «όχι σε όλα» και «ναι στο τίποτα». Είναι μια βολική γραμμή. Όταν έχεις απέναντί σου μια αντιπολίτευση κατακερματισμένη, τη χρησιμοποιείς ως φόβητρο. Όταν δεν θέλεις να απαντήσεις πλήρως στα δικά σου κενά, δείχνεις τους άλλους.
Αλλά η κυβέρνηση δεν κρίνεται μόνο συγκριτικά. Κρίνεται αυτοτελώς.
Δεν αρκεί να λες ότι οι άλλοι είναι χειρότεροι. Πρέπει να αποδεικνύεις ότι εσύ είσαι αρκετά καλός. Δεν αρκεί να λες ότι η χώρα δεν πρέπει να γυρίσει πίσω. Πρέπει να εξηγείς γιατί τόσοι πολίτες νιώθουν ότι δεν προχωρούν μπροστά.
Η διαρκής επίκληση του παρελθόντος μπορεί να λειτουργεί σε κομματικά ακροατήρια. Στην κοινωνία, όμως, ακούγεται πλέον σαν υπεκφυγή. Γιατί ο πολίτης δεν ζει στο 2015. Ζει στο 2026. Και το 2026 τον πιέζει.
Το «2030» δεν σβήνει το σήμερα
Η κυβέρνηση επιλέγει το 2030 ως μεγάλο ορόσημο. Μια νέα Ελλάδα, λέει, σε έναν νέο κόσμο. Ωραίο ακούγεται. Σχεδόν κινηματογραφικό. Αλλά η πολιτική δεν είναι μόνο όραμα. Είναι και λογαριασμός.
Όταν μια κυβέρνηση μιλά για 2030, ο πολίτης έχει δικαίωμα να ρωτήσει:
Τι γίνεται με το 2026;
Τι γίνεται με το εισόδημα τώρα;
Τι γίνεται με την υγεία τώρα;
Τι γίνεται με τη στέγη τώρα;
Τι γίνεται με τη δικαιοσύνη τώρα;
Τι γίνεται με την περιφέρεια τώρα;
Τι γίνεται με τους θεσμούς τώρα;
Διότι η επίκληση του μέλλοντος δεν μπορεί να γίνει καταφύγιο από τις ευθύνες του παρόντος.
Ο Μητσοτάκης ζήτησε τρίτη τετραετία στο όνομα της σταθερότητας. Όμως η σταθερότητα δεν είναι να μένουν οι ίδιοι στην εξουσία. Σταθερότητα είναι να μπορεί ο πολίτης να ζει χωρίς να φοβάται τον επόμενο λογαριασμό. Να εμπιστεύεται τους θεσμούς. Να βλέπει κράτος, όχι μηχανισμό. Να βλέπει ανάπτυξη στην τσέπη του, όχι μόνο στα διαγράμματα.
Η Νέα Δημοκρατία θέλει να πείσει ότι το δίλημμα είναι «Μητσοτάκης ή επιστροφή πίσω».
Η κοινωνία, όμως, μπορεί να θέσει ένα άλλο δίλημμα:
Ή αλλάζετε πραγματικά αυτά που κουράζουν τη χώρα ή η χώρα θα κουραστεί οριστικά από εσάς.

