Γράφει ο Paul Poast
Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος στο Ιράν, στις 28 Φεβρουαρίου, ο κόσμος ήταν ήδη σε πόλεμο. Τα τελευταία δύο χρόνια έφεραν περισσότερους πολέμους – τόσο εντός όσο και μεταξύ χωρών – απ’ ό,τι οποιαδήποτε άλλη στιγμή από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μια νέα κανονικότητα αυξανόμενων συγκρούσεων έχει διαμορφωθεί.
Σήμερα, με τον πόλεμο στην Ουκρανία να συνεχίζεται και τον πόλεμο ΗΠΑ – Ισραήλ με το Ιράν να έχει “παγώσει” εν μέσω μιας εύθραυστης εκεχειρίας, παρακολουθούμε άλλο ένα ανεπιθύμητο φαινόμενο να επιστρέφει στην παγκόσμια σκηνή: τον παγκόσμιο πόλεμο. Δύο μεγάλες συγκρούσεις σε διαφορετικές ηπείρους έχουν γίνει θέατρα στρατηγικού ανταγωνισμού μεταξύ μεγάλων δυνάμεων. Η δυναμική του κάθε πολέμου έχει άμεσο αντίκτυπο στη δυναμική του άλλου, ενώ και οι δύο πόλεμοι έχουν σύρει και άλλα κράτη στη σύγκρουση. Και ενώ η συνδυασμένη κλίμακα και ένταση των συγκρούσεων υπολείπεται κατά πολύ των δύο καταστροφικών παγκόσμιων πολέμων του περασμένου αιώνα, έχουν προκύψει από το ίδιο επικίνδυνο αντανακλαστικό: ανταγωνιστικά έθνη που υιοθετούν πλήρως τη στρατιωτική δύναμη ως το πρώτο και κύριο μέσο άσκησης ισχύος.
Η Ρωσία και οι ΗΠΑ μπήκαν στον πόλεμο για διαφορετικούς λόγους. Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν προσπάθησε να επεκτείνει το γεωγραφικό πεδίο και να ανακτήσει εδάφη που – κατά τη γνώμη του – ανήκουν στη ρωσική σφαίρα. Οι δηλωμένοι στόχοι για την εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο με το Ιράν ποικίλλουν, αλλά ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι δεν μπορεί να επιτραπεί στην Τεχεράνη να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. (Το Ισραήλ, εταίρος της Αμερικής στον πόλεμο, συμμερίζεται αυτόν τον στόχο, αλλά έχει επίσης δικούς του πολιτικούς στόχους, μια πραγματικότητα που θα μπορούσε να ακυρώσει την εκεχειρία.) Παρόλα αυτά, τόσο ο Πούτιν όσο και ο Τραμπ πίστευαν ότι η επιτυχία θα ήταν εύκολη και ότι ο στόχος τους δικαιολογούσε σχεδόν οποιοδήποτε επίπεδο βίας – ακόμη και αν παραβίαζε τα όρια του διεθνούς δικαίου.
Μέσα σε λίγες εβδομάδες, οι συγκρούσεις στην Ουκρανία και το Ιράν έγιναν εκφράσεις του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων. Και στις δύο συγκρούσεις, Ρωσία και ΗΠΑ υποστηρίζουν η κάθε μία τους αντιπάλους της άλλης. Οι ΗΠΑ συνεχίζουν να παρέχουν όπλα, πληροφορίες και σχεδιασμό στην Ουκρανία στον πόλεμο κατά της Ρωσίας και η Ρωσία φέρεται να κάνει το ίδιο για το Ιράν, παρέχοντας πληροφορίες στόχευσης και χαρτογράφηση των στρατιωτικών θέσεων των ΗΠΑ και στέλνοντας μη επανδρωμένα αεροσκάφη στην Τεχεράνη. Ενώ ΗΠΑ και Ρωσία δεν ανταλλάσσουν πυρά στο πεδίο της μάχης, έχουν ουσιαστικά γεμίσει και στρέψει τα όπλα που χρησιμοποιούν άλλοι.
Οι πόλεμοι επηρεάζουν τις δύο χώρες. Το σοκ στις παγκόσμιες τιμές του πετρελαίου από το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ από το Ιράν δημιούργησε ένα απροσδόκητο οικονομικό όφελος για τη Ρωσία, τόσο με τις υψηλότερες τιμές στο ρωσικό πετρέλαιο όσο και με την χαλάρωση των κυρώσεων από την κυβέρνηση Τραμπ, η οποία απεγνωσμένα προσπαθεί να μειώσει τις παγκόσμιες τιμές. Καθώς η προσοχή και οι πόροι στρέφονται στο Ιράν, η Ρωσία έχει ξεκινήσει μια εαρινή επίθεση στην Ουκρανία, με στόχο την εδραίωση και επέκταση των εδαφικών της κερδών. Την ίδια στιγμή, η Ουκρανία προσφέρει την τεχνογνωσία της στην άμυνα κατά των drones, την οποία απέκτησε στον πόλεμο κατά της Ρωσίας, στις ΗΠΑ και στα αραβικά έθνη που βρίσκονται στο στόχαστρο του Ιράν.
Και οι δύο συγκρούσεις έχουν προσελκύσει και άλλες χώρες. Στην Ουκρανία, η πολεμική προσπάθεια της Ρωσίας έχει εδώ και καιρό ενισχυθεί από την οικονομική και τεχνική υποστήριξη της Κίνας, τις άμεσες συνεισφορές σε ανθρώπινο δυναμικό της Βόρειας Κορέας και τα drones του Ιράν. Την ίδια στιγμή, οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι διαδραματίζουν ολοένα και πιο σημαντικό ρόλο στην παροχή βοήθειας σε εξοπλισμό προς την Ουκρανία, αναλαμβάνοντας μάλιστα ηγετικό ρόλο σε αυτήν την προσπάθεια τον τελευταίο χρόνο. Και ενώ οι χώρες του ΝΑΤΟ δεν έχουν απαντήσει στην έκκληση του Τραμπ να βοηθήσουν να διατηρηθεί ανοιχτό το Στενό του Ορμούζ, τον περασμένο μήνα τα συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας που λειτουργούν υπό τη διοίκηση της Συμμαχίας κατέρριψαν ιρανικούς πυραύλους που κατευθύνονταν προς την Τουρκία. Ιρανικοί πύραυλοι που στόχευαν πολλά κράτη του Κόλπου έχουν εμπλέξει αυτά τα έθνη στον πόλεμο, ενώ το Ισραήλ έχει επιτεθεί στη Χεζμπολάχ στον Λίβανο και οι υποστηριζόμενοι από το Ιράν Χούθι στην Υεμένη έχουν εξαπολύσει πυραύλους κατά του Ισραήλ.
Στον Πρώτο και Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, εκατομμύρια στρατιώτες των μεγάλων δυνάμεων πολέμησαν προκαλώντας εκατομμύρια θανάτους. Αλλά δεν θα μοιάζουν όλοι οι παγκόσμιοι πόλεμοι με αυτές τις δύο κατακλυσμιαίες συγκρούσεις. Πράγματι, αυτά τα γεγονότα δεν ήταν καν ο πρώτος ή ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος. Ο Επταετής Πόλεμος στα μέσα του 18ου αιώνα και οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν επίσης παγκόσμιες συγκρούσεις, με ξεχωριστούς πολέμους να λαμβάνουν χώρα σε διαφορετικές ηπείρους με τη συμμετοχή μεγάλων δυνάμεων που είτε πολεμούσαν άμεσα μεταξύ τους ή συντονίζονταν στις πολεμικές τους επιχειρήσεις.
Ο Επταετής Πόλεμος από το 1756 έως το 1763 είναι ένα καλό παράδειγμα για να κατανοήσουμε την έννοια του παγκόσμιου πολέμου όπως εκτυλίσσεται σήμερα. Ο πόλεμος διεξήχθη κυρίως στην Ευρώπη, με τη Βρετανία και την Πρωσία από τη μία πλευρά και τη Γαλλία και την Αυστρία από την άλλη. Με τη Βρετανία και τη Γαλλία να αποτελούν παγκόσμιες αυτοκρατορίες, οι μάχες επεκτάθηκαν σε πολλές ηπείρους. Και αυτή ήταν μια εποχή που οι χώρες υιοθέτησαν τη χρήση στρατιωτικής βίας για να επιβάλουν την εθνική τους ισχύ.
Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ο Ψυχρός Πόλεμος ήταν επίσης ένας παγκόσμιος πόλεμος. Είναι σίγουρα αλήθεια πως η ιδέα ότι ο Ψυχρός Πόλεμος ήταν ψυχρός είναι λανθασμένη: Ήταν μια περίοδος έντονων συγκρούσεων σε πολλά μέρη του πλανήτη. Αλλά οι συγκρούσεις εκείνες δεν είχαν την διασύνδεση και την ταυτόχρονη φύση των σημερινών πολέμων σε Ευρώπη και Μέση Ανατολή. Και το σημαντικότερο, οι υπερδυνάμεις κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ήταν προσεκτικές στη χρήση στρατιωτικής βίας, περιορίζοντας τις ενέργειες τους σε μεγάλο βαθμό λόγω και των πυρηνικών οπλοστασίων που είχαν στη διάθεση τους. Σήμερα, τόσο ο Πούτιν όσο και ο Τραμπ επιδεικνύουν μια πιο αλαζονική στάση στη χρήση του στρατού για την επίτευξη των στόχων τους – και μια μεγαλύτερη αδιαφορία για τις συνέπειες, τόσο οικονομικές όσο και κοινωνικές.
Γιατί είναι σημαντικό να δούμε τους πολέμους στο Ιράν και την Ουκρανία ως μέρος ενός παγκόσμιου γεγονότος, αντί για δύο συγκρούσεις που εκτυλίσσονται παράλληλα;
Η εξέταση του πώς συνδέονται οι πόλεμοι δείχνει την ανάγκη οι ηγέτες μας να σκέφτονται παγκόσμια σε έναν αναδυόμενο πολυπολικό κόσμο όπου οι δυνάμεις ανταγωνίζονται για τον έλεγχο περιοχών ή σφαιρών επιρροής. Μια σύγκρουση σε μια περιοχή σχεδόν σίγουρα θα επεκταθεί σε μια άλλη. Οι πόροι που διατίθενται σε μια σύγκρουση μπορεί να σημαίνουν λιγότερους πόρους για μια άλλη, υπονομεύοντας τις προσπάθειες αποτροπής μιας απειλής ή την παροχή βοήθειας σε έναν σύμμαχο που είναι σε ανάγκη. Η αδυναμία να αναγνωριστεί η παγκόσμια εμβέλεια των ζητημάτων ασφάλειας είναι ακριβώς ο τρόπος που οδηγεί τα κράτη να συρθούν από έναν περιορισμένο πόλεμο που επέλεξαν σε έναν παγκόσμιο πόλεμο που δεν είχαν σχεδιάσει.
Πέρυσι συμπληρώθηκαν 80 χρόνια από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Η καταστροφή εκείνη δεν έχει επαναληφθεί από τότε και θα πρέπει να ελπίζουμε ότι δεν θα επαναληφθεί ξανά στο μέλλον. Ακόμα και αν δεν γνωρίσουμε ποτέ ξανά μια τέτοια σύγκρουση, σήμερα γινόμαστε πάλι μάρτυρες της επιστροφής σε μια εποχή παγκόσμιου πολέμου.
Ο Paul Poast είναι αναπληρωτής καθηγητής πολιτικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο και ανώτερος μη μόνιμος συνεργάτης στο Chicago Council on Global Affairs.
© 2025 Διατίθεται από το “The New York Times Licensing Group”
CAPITAL

