Το είδαμε κι αυτό. Σε μια χώρα όπου ο εργαζόμενος μετράει το σούπερ μάρκετ με το κομπιουτεράκι, όπου οι γιατροί και οι νοσηλευτές δουλεύουν στα όρια της εξάντλησης, όπου οι εκπαιδευτικοί παλεύουν με ενοίκια και μετακινήσεις, η κυβέρνηση βρήκε ποιο είναι το επείγον κοινωνικό πρόβλημα: να αυξήσει θεαματικά τις αποδοχές της ανώτατης εκκλησιαστικής ιεραρχίας.
Με το άρθρο 56 του νομοσχεδίου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που έχει τεθεί σε δημόσια διαβούλευση, προτείνεται οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές του Αρχιεπισκόπου, των Μητροπολιτών και των Τιτουλάριων Μητροπολιτών να ορίζονται στο 90% του ανώτατου ορίου αποδοχών του Δημοσίου. Για τους Τιτουλάριους και Βοηθούς Επισκόπους προβλέπεται ποσοστό 70%.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι οι αποδοχές των ανώτερων ιεραρχών συνδέονται πλέον με το όριο που αντιστοιχεί στις αποδοχές Γενικού Γραμματέα Υπουργείου. Το ποσό φτάνει στα 4.671,90 ευρώ μικτά τον μήνα για Αρχιεπίσκοπο και Μητροπολίτες. Για τον Αρχιεπίσκοπο η αύξηση υπολογίζεται περίπου από 60% έως 64%, ενώ για τους Μητροπολίτες από περίπου 89% έως σχεδόν 95%.
Ας είμαστε καθαροί: δεν πρόκειται για ένα τεράστιο δημοσιονομικό βάρος. Η ρύθμιση αφορά περιορισμένο αριθμό προσώπων. Έναν Αρχιεπίσκοπο, περίπου 80 Μητροπολίτες και έναν μικρό αριθμό βοηθών ή τιτουλάριων επισκόπων. Άρα το ζήτημα δεν είναι μόνο λογιστικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Είναι κυρίως συμβολικό.
Και στη δημοκρατία οι συμβολισμοί έχουν σημασία.
Η Εκκλησία που γνώρισε ο λαός δεν είναι η Εκκλησία των προνομίων. Είναι η Εκκλησία της ενορίας, της γιαγιάς που άναβε κερί κάθε Κυριακή, του παπά που στεκόταν δίπλα στον φτωχό, του συσσιτίου, της αλληλεγγύης, της παρηγοριάς στον άρρωστο, στον μόνο, στον άνεργο, στον πονεμένο. Είναι η Εκκλησία του ελέους, των πτωχών και των πενομένων.
Αυτή η Εκκλησία αξίζει σεβασμό. Αξίζουν σεβασμό οι ιερείς που κρατούν ζωντανές ενορίες με ελάχιστα μέσα. Αξίζουν σεβασμό οι εθελοντές, οι δομές αγάπης, τα συσσίτια, η καθημερινή αθόρυβη προσφορά. Δεν είναι εκεί το πρόβλημα.
Το πρόβλημα είναι όταν η κυβέρνηση χρησιμοποιεί τον θεσμό της Εκκλησίας για να εκπέμψει ένα ακόμη μήνυμα επιλεκτικής εύνοιας. Όταν, αντί να στηρίξει πρώτα εκείνους που σηκώνουν το βάρος της κοινωνικής κρίσης, επιλέγει ξανά να ρυθμίσει προς τα πάνω τις αποδοχές κορυφών, αξιωμάτων και «ειδικών κατηγοριών».
Γιατί το μήνυμα που λαμβάνει η κοινωνία είναι απλό: για κάποιους υπάρχουν πάντα λύσεις, πάντα διατάξεις, πάντα εξαιρέσεις, πάντα προτεραιότητα. Για τους πολλούς υπάρχουν αναμονές, επιδόματα, υπομονή και υποσχέσεις.
Τα τελευταία χρόνια είδαμε αυξήσεις και ειδικές ρυθμίσεις για Γενικούς και Ειδικούς Γραμματείς, για μετακλητούς, για διοικήσεις οργανισμών, για πρόσωπα που τοποθετούνται σε θέσεις εξουσίας είτε απευθείας είτε μέσα από διαδικασίες που συχνά βαφτίζονται «αξιοκρατικές», ενώ στην πραγματικότητα ελέγχονται πολιτικά. Και τώρα έρχεται η ρύθμιση για την ανώτατη εκκλησιαστική ιεραρχία.
Την ίδια ώρα, οι γιατροί ζητούν ανθρώπινες συνθήκες εργασίας. Οι νοσηλευτές κρατούν όρθια νοσοκομεία με υπερεφημερίες και κενά. Οι εκπαιδευτικοί μετακινούνται από άκρη σε άκρη για μισθούς που δεν φτάνουν ούτε για αξιοπρεπή στέγη. Οι κοινωνικοί λειτουργοί, οι χαμηλόμισθοι δημόσιοι υπάλληλοι, οι εργαζόμενοι πρώτης γραμμής, παραμένουν σε δεύτερη μοίρα.
Εκεί βρίσκεται η αδικία.
Δεν είναι αντιεκκλησιασμός να λες ότι η Εκκλησία πρέπει να ταυτίζεται με τους αδύναμους και όχι με τα προνόμια. Δεν είναι επίθεση στην πίστη να λες ότι οι ανώτεροι θεσμοί πρέπει να εκπέμπουν μέτρο, ταπεινότητα και κοινωνική ευθύνη. Αντίθετα, είναι βαθιά συμβατό με το ίδιο το μήνυμα της Εκκλησίας.
Η κυβέρνηση όμως βλέπει τα πάντα μέσα από μια αγοραία λογική. Όλα γίνονται συναλλαγή, όλα γίνονται διαχείριση ισορροπιών, όλα γίνονται πολιτικό μήνυμα προς συγκεκριμένα ακροατήρια. Ακόμη και η Εκκλησία, αντί να αντιμετωπίζεται ως πνευματικός και κοινωνικός θεσμός, κινδυνεύει να μετατραπεί σε πεδίο κυβερνητικού κατευνασμού και πολιτικής επένδυσης.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν οι ιεράρχες δικαιούνται αξιοπρεπείς αποδοχές. Το ερώτημα είναι ποια κοινωνία χτίζουμε όταν οι αυξήσεις δίνονται πρώτα στις κορυφές και όχι στη βάση. Ποιο μήνυμα στέλνει μια κυβέρνηση όταν βρίσκει χώρο για μεγάλες αυξήσεις σε περιορισμένες κατηγορίες, αλλά ζητά από τους πολλούς να αντέξουν την ακρίβεια, τη φορολογία, τα ενοίκια, την εργασιακή πίεση και την ανασφάλεια.
Η κοινωνική συνοχή δεν χτίζεται με προνόμια. Χτίζεται με δικαιοσύνη. Με μέτρο. Με σεβασμό στους ανθρώπους που εργάζονται, παράγουν, υπηρετούν, φροντίζουν, θεραπεύουν, διδάσκουν και στηρίζουν καθημερινά την κοινωνία.
Η Εκκλησία έχει τη δική της δύναμη όταν στέκεται δίπλα στον φτωχό. Η Πολιτεία έχει τη δική της αξιοπιστία όταν στέκεται δίπλα στον αδύναμο. Όταν και οι δύο εμφανίζονται να απομακρύνονται από αυτό το μέτρο, η κοινωνία δικαίως αντιδρά.
Γιατί τελικά το πρόβλημα δεν είναι μόνο ο μισθός ενός Μητροπολίτη.
Το πρόβλημα είναι ότι η κυβέρνηση δείχνει, για ακόμη μία φορά, ποιους θεωρεί προτεραιότητα.
Και δυστυχώς, αυτοί δεν είναι οι πολλοί.
Πηγή για κάτω από το άρθρο:
Δημόσια διαβούλευση opengov – Άρθρο 56 νομοσχεδίου Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Συμπληρωματικά, τα ποσά και τα ποσοστά αύξησης έχουν δημοσιευθεί από Καθημερινή και Ναυτεμπορική.

