Τα ξημερώματα, όταν η πόλη κοιμόταν, μια έκρηξη έσκισε τη σιωπή στο εργοστάσιο μπισκότων Βιολάντα στα Τρίκαλα.
Και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, η δουλειά –η «καθημερινότητα» της βάρδιας– μετατράπηκε σε τραγωδία.
Πέντε γυναίκες δεν γύρισαν ποτέ σπίτι.
Όχι «θύματα». Όχι «αριθμοί».
Πρόσωπα. Ιστορίες. Ανάσες.
Γυναίκες που πήγαν για το μεροκάματο, για τα παιδιά τους, για τη ζωή που έχτιζαν σιωπηλά. Μητέρες, κόρες, φίλες.
Η φωτιά έσβησε.
Αλλά ο πόνος έμεινε.
Έμεινε στα σπίτια που άδειασαν, στα τραπέζια που περίμεναν, στα βλέμματα όσων δεν πρόλαβαν να πουν «γύρνα με ασφάλεια».
Έμεινε σε εκείνη τη μικρή, καθημερινή φράση που δεν ακούστηκε ποτέ ξανά.
Και γι’ αυτό το σκίτσο δεν είναι «τέχνη για να θαυμαστεί».
Είναι μνήμη.
Μια υπόσχεση ότι δεν θα ξεχαστούν.
Ότι δεν θα γίνουν μια είδηση που πέρασε, ένας τίτλος που κύλησε, μια γραμμή στο αρχείο.
Μνήμη απέναντι στη λήθη.
Και σεβασμός απέναντι στην απουσία.
Αιωνία τους η μνήμη.

