Από τις υποκλοπές και τα Τέμπη μέχρι τον ΟΠΕΚΕΠΕ, τις απευθείας αναθέσεις, τη λίστα Πέτσα και τις διώξεις δημοσιογράφων, η αφίσα δεν αποτελεί δικαστική απόφαση. Αποτελεί, όμως, έναν βαρύ πολιτικό λογαριασμό.
Μία αφίσα. Τριάντα αριθμημένες υποθέσεις — και ακόμη περισσότερες στριμωγμένες στο περιθώριο, λες και δεν χωρούν πλέον ούτε στο χαρτί.
Δεν είναι προεκλογικό πρόγραμμα. Είναι το ανεπίσημο «βιογραφικό» μιας εξουσίας που ξεκίνησε με το σύνθημα της αριστείας και κατέληξε να χρειάζεται ολόκληρο κατάλογο για να θυμηθεί ο πολίτης όσα του ζητούν καθημερινά να ξεχάσει.
Υποκλοπές. Predator. Τέμπη. ΟΠΕΚΕΠΕ. Απευθείας αναθέσεις. Λίστα Πέτσα. Ναυάγιο της Πύλου. Παρακολουθήσεις δημοσιογράφων. Ταμείο Ανάκαμψης. Διαχείριση πυρκαγιών και πλημμυρών. «Σπιτάκια» ανακύκλωσης. Κρατικό χρήμα, κομματικές διευθετήσεις, δημόσια αγαθά και θεσμοί που αντιμετωπίζονται σαν οικογενειακή περιουσία.
Καλώς ήρθατε στη «Νέα Αρχιστοκρατία».
Εκεί όπου η ευθύνη είναι πάντα κάποιου άλλου, η παραίτηση θεωρείται άγνωστη λέξη και η πολιτική λογοδοσία αναβάλλεται μέχρι να ξεχαστεί ο λόγος για τον οποίο ζητήθηκε.
Όταν η μνήμη γίνεται εχθρός
Η κυβέρνηση έχει επενδύσει τεράστια πολιτικά κεφάλαια σε μία βασική υπόθεση: ότι ο πολίτης θα κουραστεί.
Θα κουραστεί να ακούει για το Predator. Θα κουραστεί να ζητά απαντήσεις για τα Τέμπη. Θα κουραστεί να παρακολουθεί τις αποκαλύψεις για τις αγροτικές επιδοτήσεις. Θα κουραστεί να ρωτά ποιος πήρε ποια σύμβαση, με ποια διαδικασία και με ποια τιμή.
Και όταν κουραστεί, θα έρθει η επικοινωνιακή μπουλντόζα να ισοπεδώσει τα πάντα: μια νέα εξαγγελία, ένα επίδομα, μια δημοσκόπηση, μια «ιστορική μεταρρύθμιση», μια τηλεοπτική περιοδεία υπουργού.
Μόνο που τα γεγονότα έχουν το κακό συνήθειο να αφήνουν ίχνη.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει ανακοινώσει επίσημα έρευνα για φερόμενη οργανωμένη απάτη και διαφθορά γύρω από αγροτικές επιδοτήσεις και τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Πρόκειται για έρευνα και όχι για τελεσίδικη καταδίκη, αλλά σίγουρα δεν είναι το «αντιπολιτευτικό παραμύθι» με το οποίο επιχειρήθηκε αρχικά να ξεπλυθεί πολιτικά η υπόθεση. EPPO
Αντιστοίχως, το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν εξαφανίστηκε επειδή άλλαξε η τηλεοπτική ατζέντα. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημειώνει ότι συνεχίζεται ο δικαστικός έλεγχος πτυχών της χρήσης κατασκοπευτικού λογισμικού.
Η σκόνη μπορεί να κρύψει έναν φάκελο. Δεν μπορεί να τον ακυρώσει.
Δεν είναι όλες οι υποθέσεις ίδιες — αλλά η πολιτική μέθοδος επαναλαμβάνεται
Χρειάζεται μία απολύτως καθαρή επισήμανση: όσα εμφανίζονται στην αφίσα δεν έχουν όλα την ίδια νομική βαρύτητα.
Άλλο μια εθνική τραγωδία, άλλο μια δικαστική έρευνα, άλλο μια καταγγελία για δημόσια σύμβαση και άλλο μια πολιτική επιλογή, όπως η διαχείριση του νερού, των μουσείων ή των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας.
Δεν υπάρχουν παντού τελεσίδικες αποφάσεις. Δεν έχουν αποδειχθεί όλες οι καταγγελίες. Και όποιος τα ισοπεδώνει όλα, τελικά διευκολύνει εκείνους που θέλουν να απορρίψουν τα πάντα.
Υπάρχει, όμως, ένας κοινός παρονομαστής: η επίμονη άρνηση ουσιαστικής λογοδοσίας.
Όταν αποκαλύπτεται μια υπόθεση, ενεργοποιείται σχεδόν πάντοτε το ίδιο κυβερνητικό πρωτόκολλο:
Πρώτα, άρνηση.
Ύστερα, υποβάθμιση.
Μετά, επίθεση σε όσους ερευνούν.
Στη συνέχεια, επίκληση της Δικαιοσύνης.
Και στο τέλος, σιωπή μέχρι να εμφανιστεί το επόμενο σκάνδαλο και να σκεπάσει το προηγούμενο.
Πρόκειται για την πολιτική εκδοχή του «στρίβειν διά του αρραβώνος», μόνο που ο αρραβώνας κοστίζει δισεκατομμύρια και τον λογαριασμό πληρώνει ο φορολογούμενος.
Η «αριστεία» που ζητά προστασία από τις ερωτήσεις
Ιδιαίτερη θέση στον κατάλογο κατέχουν οι δημοσιογράφοι, τα μέσα ενημέρωσης και οι καταχρηστικές αγωγές.
Καθόλου τυχαία.
Κάθε εξουσία που αισθάνεται άνετα με τον δημόσιο έλεγχο απαντά στις ερωτήσεις. Κάθε εξουσία που ενοχλείται από τον έλεγχο επιχειρεί να ελέγξει ποιος ρωτά, ποιος ακούγεται και ποιος χρηματοδοτείται.
Η λίστα Πέτσα παραμένει σύμβολο της αδιαφανούς σχέσης πολιτικής εξουσίας και ενημέρωσης. Οι παρακολουθήσεις δημοσιογράφων άνοιξαν βαθιά πληγή στην εμπιστοσύνη. Οι αγωγές που μπορούν να εξοντώσουν οικονομικά μικρά μέσα και ανεξάρτητες φωνές λειτουργούν ως προειδοποίηση: «γράψε, αλλά πρόσεχε».
Ακόμη και η Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το κράτος δικαίου το 2026 αναγνωρίζει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν ανησυχίες για την πολιτική ανεξαρτησία των δημόσιων μέσων, ενώ το νομοθετικό πλαίσιο προστασίας των δημοσιογράφων απέναντι στις καταχρηστικές αγωγές παρέμενε υπό ολοκλήρωση. Ευρωπαϊκή Επιτροπή – Έκθεση 2026
Αλλά κατά τα άλλα, όλα βαίνουν καλώς. Τόσο καλώς, ώστε χρειάζεται ευρωπαϊκή σύσταση για να μπορεί ένας δημοσιογράφος να κάνει τη δουλειά του χωρίς να κινδυνεύει να κλείσει το μέσο του από τα δικαστικά έξοδα.
Η χώρα των περιορισμένων διώξεων και της απεριόριστης επικοινωνίας
Το πιο σκληρό χτύπημα στην κυβερνητική αυτοεικόνα δεν έρχεται από κάποια κομματική αφίσα.
Έρχεται από την Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία καταγράφει «περιορισμένη πρόοδο» στη δημιουργία αξιόπιστου ιστορικού διώξεων και τελεσίδικων αποφάσεων για υποθέσεις διαφθοράς. Σημειώνει, μάλιστα, ότι ο αριθμός τους παραμένει χαμηλός, ακόμη και σε υποθέσεις διαφθοράς υψηλού επιπέδου.
Με απλά ελληνικά: πολλά ακούμε, λίγα βλέπουμε να καταλήγουν.
Η κυβέρνηση μπορεί να επιδεικνύει νόμους, πλατφόρμες, μητρώα και επιτροπές. Ο πολίτης, όμως, δεν ζει μέσα σε παρουσίαση PowerPoint. Θέλει να γνωρίζει ποιος ευθύνεται, ποιος ελέγχθηκε, ποιος τιμωρήθηκε και ποιος επέστρεψε τα χρήματα.
Όχι ποια εφαρμογή θα τεθεί σε λειτουργία το 2027.
Η ψήφος δεν είναι λευκή επιταγή λήθης
Η αφίσα κλείνει με τη φράση: «Δεν θα βρείτε την ψήφο σας, λαμόγια».
Η οργή είναι εμφανής. Και η οργή δεν γεννήθηκε σε κάποιο κομματικό εργαστήριο. Γεννήθηκε από τη συσσώρευση.
Από την αίσθηση ότι ο απλός πολίτης πληρώνει πρόστιμα, φόρους και προσαυξήσεις μέχρι τελευταίου λεπτού, ενώ για τους ισχυρούς υπάρχουν καθυστερήσεις, παραγραφές, ασυλίες, επιτροπές και «πολιτικές ευθύνες» χωρίς πολιτικό κόστος.
Δεν χρειάζεται να υιοθετήσει κανείς άκριτα κάθε λέξη της αφίσας για να αντιληφθεί το μήνυμά της.
Τριάντα υποθέσεις δεν είναι «κακιά στιγμή».
Δεν είναι «μεμονωμένο περιστατικό».
Δεν είναι «τοξικότητα της αντιπολίτευσης».
Είναι μια βαριά πολιτική κληρονομιά που ζητά απαντήσεις.
Γιατί, τελικά, η Δημοκρατία δεν απειλείται μόνο όταν κλείνουν οι κάλπες. Απειλείται και όταν ανοίγουν κανονικά, αλλά ο πολίτης καλείται να ψηφίσει έχοντας προηγουμένως ξεχάσει τα πάντα.

