Ατίθασος, ανυπότακτος, σκληρός, ηρωικός και βαθιά μόνος στην τελευταία του ώρα, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος παραμένει μία από τις πιο τραγικές και αδικημένες μορφές της Επανάστασης του 1821. Όχι γιατί ήταν άγιος, αλλά γιατί υπήρξε αληθινός.
Η τελευταία ώρα ενός προδομένου
«Ολίγη μπέσα, ωρέ Γκούρα…»· μέσα σε αυτή τη φράση συμπυκνώνεται όλο το δράμα του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Όχι μόνο η αγωνία του μελλοθάνατου, αλλά κυρίως η πίκρα του ανθρώπου που δεν τον τσάκισαν πρώτα οι εχθροί του, αλλά οι δικοί του. Εκείνοι που ονόμαζε βλάμηδες, αδελφοποιητούς, ψυχαδέρφια.
Η πτώση του Ανδρούτσου από την Ακρόπολη δεν ήταν απλώς μία δολοφονία. Ήταν η τελική πράξη μιας προδοσίας που γεννήθηκε μέσα στα σπλάχνα της ίδιας της Επανάστασης. Το ίδιο το μετερίζι που είχε χτίσει για να υπερασπιστεί την Ακρόπολη από τον Οθωμανό κατακτητή, μετατράπηκε στο ικρίωμα του τέλους του. Αυτό και μόνο αρκεί για να δείξει πόσο σκληρά κατασπαράσσει η εξουσία εκείνους που δεν μπορεί να ελέγξει.
Ήρωας χωρίς φωτοστέφανο
Ο Ανδρούτσος δεν ήταν βολικός ήρωας. Και γι’ αυτό ακριβώς είναι μεγάλος. Δεν ήταν γυαλισμένος, δεν ήταν «καθωσπρέπει», δεν ήταν φτιαγμένος για σχολικά εικονοστάσια και ακίνδυνες εθνικές αφηγήσεις. Ήταν αψύς, ακραίος, απείθαρχος, κάποτε βίαιος, με αντιφάσεις, με σκοτεινά σημεία, με μια φύση που έμοιαζε πιο κοντά στη θύελλα παρά στην τάξη.
Όμως αυτή ακριβώς η ατίθαση ιδιοσυστασία ήταν που τον έκανε φόβο και τρόμο των αντιπάλων του. Στο Χάνι της Γραβιάς δεν έγραψε απλώς μια σελίδα δόξας· απέδειξε πως η στρατιωτική ιδιοφυΐα δεν ζητά άδεια από τους κοτζαμπάσηδες ούτε πιστοποιητικά νομιμοφροσύνης από τους πολιτικούς διαχειριστές της Επανάστασης.
Ο Ανδρούτσος υπήρξε μορφή σχεδόν μυθιστορηματική: μιλούσε γλώσσες, είχε προσωπικότητα επιβλητική, ήξερε τον πόλεμο, ήξερε τη ζωή, ήξερε και τις αμαρτίες του. Δεν ήταν μάρμαρο. Ήταν αίμα, ένστικτο, βούληση, πάθος.
Η Επανάσταση και η βία των “δικών μας”
Η περίπτωση Ανδρούτσου υπενθυμίζει μια πικρή αλήθεια που η εθνική μυθολογία συχνά κρύβει κάτω από το χαλί: οι ήρωες του ’21 δεν πολέμησαν μόνο Τούρκους. Πολέμησαν και μηχανισμούς, συμφέροντα, μικρότητες, φθόνους, εσωτερικούς λογαριασμούς. Η Επανάσταση δεν ήταν αγιογραφία· ήταν πεδίο δόξας, αίματος, φιλοδοξίας και αδελφοκτόνου σύγκρουσης.
Γι’ αυτό και ο Ανδρούτσος στέκει τόσο επιβλητικός ακόμα και σήμερα. Επειδή δεν ανήκει στους χάρτινους ήρωες της εύκολης εθνικοφροσύνης. Ανήκει σε εκείνη την κατηγορία των προσώπων που όσο περισσότερο τα κοιτάζεις, τόσο περισσότερο σε αναγκάζουν να δεις κατάματα και το μεγαλείο και τη βαρβαρότητα της Ιστορίας.
Η μορφή του δεν ζητά αθώωση. Ζητά δικαιοσύνη. Ζητά να πάψει να διαβάζεται μέσα από το φίλτρο όσων τον ξεφορτώθηκαν επειδή ήταν πολύ μεγάλος, πολύ απρόβλεπτος, πολύ επικίνδυνος για να χωρέσει σε στρογγυλεμένες αφηγήσεις.
Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος δεν υπήρξε ο “καθαρός” ήρωας που βολεύει τα εθνικά εγχειρίδια. Υπήρξε κάτι πολύ σπουδαιότερο: ένας αληθινός άνθρωπος που πολέμησε σαν θηρίο, έζησε σαν φλόγα και πέθανε από ελληνικά χέρια. Και ίσως αυτή να είναι η πιο βαριά αλήθεια του ’21: πως μερικές φορές ο τόπος δεν σκοτώνει τους χειρότερους εχθρούς του, αλλά τους πιο δύσκολους ήρωές του.

