Αναβαλλόμενος φόρος, κρατικές εγγυήσεις, υπερκέρδη και 91,5 δισ. ευρώ δανείων στους servicers – Ο Βασίλης Βιλιάρδος καταγγέλλει ένα σύστημα όπου τα κέρδη ιδιωτικοποιούνται και το ρίσκο παραμένει στον φορολογούμενο
Οι μετοχές των ελληνικών συστημικών τραπεζών έγιναν περιζήτητες. Όχι επειδή ανακαλύφθηκε ξαφνικά κάποιο οικονομικό θαύμα, αλλά επειδή οι τέσσερις μεγάλοι τραπεζικοί όμιλοι διαθέτουν ένα εξαιρετικά προνομιακό επιχειρηματικό περιβάλλον: κυριαρχία στην αγορά, υψηλή κερδοφορία, αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις και ένα τεράστιο σύστημα διαχείρισης κόκκινων δανείων που στηρίζεται και σε κρατικές εγγυήσεις.
Αυτό ακριβώς αναδεικνύει ο οικονομολόγος και βουλευτής Βασίλης Βιλιάρδος, ο οποίος χαρακτηρίζει την υπόθεση των συστημικών τραπεζών ως ένα από τα μεγαλύτερα οικονομικά σκάνδαλα της σύγχρονης Ελλάδας.
Πίσω, όμως, από τις βαριές καταγγελίες υπάρχουν ορισμένοι επίσημοι αριθμοί που δεν μπορούν να αγνοηθούν.
Κέρδη δισεκατομμυρίων
Το 2025 οι ελληνικοί τραπεζικοί όμιλοι κατέγραψαν κέρδη μετά από φόρους ύψους 4,7 δισ. ευρώ, έναντι 4,2 δισ. ευρώ το 2024. Τα έσοδα από προμήθειες αυξήθηκαν κατά 12,3%, ενώ οι προβλέψεις για πιστωτικό κίνδυνο μειώθηκαν κατά 26,4%, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος.
Την ίδια στιγμή, νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν ακριβό δανεισμό, χρεώσεις και προμήθειες σχεδόν για κάθε τραπεζική συναλλαγή.
Πρόκειται για μια αγορά στην οποία οι τέσσερις συστημικές τράπεζες κατείχαν το 96% του συνολικού τραπεζικού ενεργητικού, όπως είχε επισημάνει επισήμως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Αυτό αποδεικνύει ακραία συγκέντρωση και περιορισμένο ανταγωνισμό. Δεν αποδεικνύει αυτομάτως την ύπαρξη παράνομου «καρτέλ» — κάτι τέτοιο απαιτεί απόφαση αρμόδιας αρχής. Εξηγεί, όμως, γιατί οι συστημικές τράπεζες δεν μπορούν να συγκριθούν με μια συνηθισμένη ιδιωτική επιχείρηση.
Ο αναβαλλόμενος φόρος που μετρά ως κεφάλαιο
Το ισχυρότερο πλεονέκτημα των τραπεζών παραμένει ο αναβαλλόμενος φόρος. Πρόκειται κυρίως για φορολογικές απαιτήσεις που δημιουργήθηκαν από τις ζημιές του PSI και τις τιτλοποιήσεις κόκκινων δανείων.
Όταν οι τράπεζες εμφανίζουν κέρδη, μπορούν να συμψηφίζουν μέρος της φορολογικής τους υποχρέωσης με αυτές τις απαιτήσεις. Όταν εμφανίζουν ζημιές, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις ενεργοποιείται μηχανισμός μετατροπής της απαίτησης σε δικαιώματα υπέρ του Δημοσίου.
Το ίδιο το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει επισημάνει ότι ο αναβαλλόμενος φόρος δεν αποτελεί καταβεβλημένο κεφάλαιο, αλλά «θεωρητική μελλοντική ωφέλεια» που προσμετράται στα κεφάλαια των τραπεζών, μειώνοντας την ποιότητά τους σε σχέση με πραγματικά καταβεβλημένο κεφάλαιο. Η επίσημη έκθεση είναι αποκαλυπτική.
Ο Βασίλης Βιλιάρδος υπολογίζει το σχετικό όφελος κοντά στα 20 δισ. ευρώ. Η τελευταία διαθέσιμη απόλυτη καταγραφή της Τράπεζας της Ελλάδος ανεβάζει τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις στα 11,8 δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2025. Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους εξακολουθούσαν να αποτελούν το 40,1% των βασικών εποπτικών κεφαλαίων των τραπεζών.
Επομένως, το ακριβές σημερινό ποσό χρειάζεται προσοχή. Το ουσιαστικό πρόβλημα, όμως, παραμένει: ένα πολύ μεγάλο μέρος της κεφαλαιακής τους βάσης εξακολουθεί να στηρίζεται σε μελλοντικές φορολογικές απαιτήσεις έναντι του Δημοσίου.
Τα κόκκινα δάνεια έφυγαν από τις τράπεζες, όχι από την κοινωνία
Με τις τιτλοποιήσεις και το πρόγραμμα «Ηρακλής», οι τράπεζες καθάρισαν τους ισολογισμούς τους από δεκάδες δισεκατομμύρια προβληματικών δανείων.
Τα χρέη, όμως, δεν εξαφανίστηκαν. Μεταφέρθηκαν σε funds και servicers, μαζί με τις απαιτήσεις απέναντι σε οφειλέτες, επιχειρήσεις και ακίνητα.
Τον Δεκέμβριο του 2025 οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων είχαν υπό τον έλεγχό τους ανοίγματα 91,5 δισ. ευρώ. Από αυτά, τα 81,5 δισ. διαχειρίζονταν για λογαριασμό εταιρειών απόκτησης πιστώσεων, ενώ τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα έφθαναν τα 77 δισ. ευρώ.
Και εδώ η συγκέντρωση είναι τεράστια: οι τρεις μεγαλύτεροι servicers ελέγχουν το 84,8% της αγοράς. Τα συνολικά καθαρά κέρδη του κλάδου ανήλθαν το 2025 στα 126 εκατ. ευρώ.
Ο «Ηρακλής» συνοδεύτηκε από κρατικές εγγυήσεις δισεκατομμυρίων. Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το συνολικό ύψος της στήριξης μέσω εγγυήσεων είχε φθάσει τα 21,5 δισ. ευρώ. Η εγγύηση δεν σημαίνει ότι το ποσό έχει ήδη πληρωθεί από το Δημόσιο. Αποτελεί, όμως, ενδεχόμενο δημοσιονομικό κίνδυνο που παραμένει στους ώμους του κράτους.
Χρειάζεται ακρίβεια και πλήρης διαφάνεια
Ο Βασίλης Βιλιάρδος θέτει ακόμη ερωτήματα για ενδεχόμενες συμμετοχές τραπεζών σε funds, servicers και εταιρείες ακινήτων που αγοράζουν περιουσίες μέσω πλειστηριασμών.
Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί δεν μπορούν να παρουσιαστούν συλλήβδην ως αποδεδειγμένο γεγονός χωρίς στοιχεία για τις μετοχικές σχέσεις κάθε εταιρείας. Απαιτείται πλήρης δημοσιοποίηση των πραγματικών δικαιούχων, των συμβάσεων διαχείρισης και των οικονομικών δεσμών μεταξύ τραπεζών, funds, servicers και εταιρειών real estate.
Ακρίβεια απαιτείται και στα οικονομικά μεγέθη. Τα 217 εκατ. ευρώ που αναφέρονται για τη doValue αποτελούν EBITDA του ομίλου για το 2025 — όχι λειτουργικά κέρδη του 2024 αποκλειστικά στην Ελλάδα. Το 2024 το αντίστοιχο EBITDA ήταν 165 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με τα επίσημα οικονομικά στοιχεία της εταιρείας.
Το μεγάλο ερώτημα, ωστόσο, παραμένει αναπάντητο:
Πώς γίνεται οι ζημιές, οι ανακεφαλαιοποιήσεις, οι φορολογικές απαιτήσεις και οι κρατικές εγγυήσεις να βαρύνουν διαρκώς την κοινωνία, ενώ η ανάκαμψη, τα μερίσματα και η χρηματιστηριακή υπεραξία καταλήγουν στους νέους ιδιώτες μετόχους;
Οι τράπεζες σώθηκαν επειδή θεωρήθηκαν «συστημικές». Κάποια στιγμή, όμως, πρέπει να αποδειχθεί ότι συστημική αξία έχει και η προστασία της κοινωνίας που πλήρωσε τη διάσωσή τους.

