Τράπεζα στην καρδιά της Αθήνας, ύποπτα φορτία στον Πειραιά, χρήμα σε ακίνητα σε Κρήτη και Αττική. Το ζήτημα δεν είναι αν το ιρανικό καθεστώς άγγιξε την Ελλάδα. Το ζήτημα είναι πόσο βαθιά μπήκε και πόσο αργά ξύπνησε το κράτος.
Η Αθήνα δεν ήταν αθώα στάση – ήταν βιτρίνα
Όταν μια τράπεζα που συνδέεται με τη χρηματοδότηση μηχανισμών του ιρανικού καθεστώτος λειτουργεί στο πιο κεντρικό σημείο της πρωτεύουσας, δεν μιλάμε για “σύμπτωση”. Μιλάμε για θεσμική τύφλωση. Μιλάμε για ένα κράτος που αφήνει μια βιτρίνα να λειτουργεί μπροστά στα μάτια του και παριστάνει ότι δεν αντιλαμβάνεται τι εξυπηρετεί στο παρασκήνιο.
Η υπόθεση της Saderat δεν είναι μια γραφειοκρατική λεπτομέρεια κυρώσεων. Είναι πολιτικό σύμπτωμα. Δείχνει ότι στην Ελλάδα μπορούν να εγκαθίστανται κρίκοι ενός αδιαφανούς διεθνούς δικτύου και να χρειάζεται εξωτερική πίεση, ευρωπαϊκές αποφάσεις και διεθνής κινητοποίηση για να κινηθούν οι μηχανισμοί. Δηλαδή το αυτονόητο δεν το έκανε πρώτα το ελληνικό κράτος· το έκανε όταν δεν μπορούσε πια να το αποφύγει.
Ο Πειραιάς δεν ήταν απλώς λιμάνι – ήταν πέρασμα
Τιτάνιο, ειδικοί τόρνοι, χημικά υλικά, ρητίνες, ύποπτες διαδρομές, ψευδείς τελικοί παραλήπτες, φορτωτικές με “νόμιμους” προορισμούς και πραγματικό αποδέκτη αλλού. Αυτά δεν συνθέτουν εμπορική ασάφεια. Συνθέτουν μοντέλο.
Κάποιοι επιχείρησαν να χρησιμοποιήσουν ελληνικό έδαφος και ελληνικές υποδομές ως ουδέτερο διάδρομο για υλικά διττής χρήσης. Και αυτό από μόνο του είναι κόλαφος. Διότι σημαίνει ότι η χώρα αντιμετωπίστηκε ως βολικός κρίκος: αρκετά ευρωπαϊκή για να δίνει κάλυψη, αρκετά χαλαρή για να αφήνει χαραμάδες.
Κάθε τέτοιο κοντέινερ που δεσμεύθηκε δεν είναι μια “επιτυχία ελέγχου”. Είναι πρώτα μια απόδειξη ότι το δίκτυο δοκίμασε να περάσει. Και όταν δοκιμάζει να περάσει πάνω από μία φορά, σημαίνει ότι κάπου είχε διαγνώσει αδυναμία, ανοχή ή καθυστέρηση.
Το real estate ως πλυντήριο είναι η πιο βρώμικη αλήθεια
Η πιο ανατριχιαστική πλευρά της υπόθεσης δεν είναι καν η τράπεζα ή τα φορτία. Είναι η υποψία ότι κεφάλαια συνδεδεμένα με τους Φρουρούς της Επανάστασης επιχειρούν να ξεπλυθούν μέσω ακινήτων σε Κρήτη και Αττική. Εκεί τελειώνουν τα προσχήματα.
Γιατί όταν το μαύρο, γεωπολιτικά τοξικό χρήμα μετατρέπεται σε μπετόν, οικόπεδα, οικοδομές και “επενδυτικά σχέδια”, τότε δεν μιλάμε πια για διεθνείς σκιές. Μιλάμε για εγκατάσταση. Για ρίζωμα. Για ένα παρακράτος κεφαλαίων που δεν ψάχνει απλώς πέρασμα, αλλά έδαφος να πατήσει.
Και εδώ αναδεικνύεται όλη η γύμνια του πολιτικού συστήματος που για χρόνια πούλησε το real estate ως πανάκεια, ως αναπτυξιακή θρησκεία, ως πεδίο όπου κάθε ξένο χρήμα είναι ευλογία αρκεί να φέρει συμβόλαια. Να λοιπόν πού οδηγεί αυτή η λογική: στο να μην ξεχωρίζει η επένδυση από τη διείσδυση.
Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να παριστάνει τον αφελή διαμετακομιστικό χώρο, τον ανυποψίαστο μεσίτη ή τον ευκολόπιστο τραπεζικό ξενιστή. Αν οι Φρουροί της Επανάστασης άφησαν ίχνη σε Αθήνα, Πειραιά, Κρήτη και Αττική, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι ίδιοι. Το πρόβλημα είναι και το σύστημα που τους επέτρεψε να βρουν ρωγμές.
Γιατί στο τέλος δεν εκτίθεται μόνο το Ιράν. Εκτίθεται και η Ελλάδα που επί χρόνια άφηνε τις μπίζνες να περνούν ντυμένες με τον μανδύα της κανονικότητας.

