Όταν οι Βρυξέλλες δεν ψάχνουν πια λάθη, αλλά μηχανισμό
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι πια μια εσωτερική ελληνική δυσλειτουργία. Δεν είναι ένα ακόμη «μπέρδεμα» υπηρεσιών, ένα χαμένο χαρτί, μια καθυστέρηση πληρωμών, μια ασαφής διοικητική αστοχία που θα σκεπαστεί κάτω από το γνωστό χαλί της κρατικής αδράνειας.
Είναι ευρωπαϊκό πρόβλημα. Και όταν η Ευρώπη αποφασίζει να στείλει στην Αθήνα αποστολή της Επιτροπής Ελέγχου του Προϋπολογισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το μήνυμα είναι καθαρό: δεν ζητούν απλώς εξηγήσεις. Ζητούν λογαριασμό.
Από τις 26 έως τις 28 Μαΐου, η Αθήνα μπαίνει ξανά στο μικροσκόπιο των ευρωπαϊκών θεσμών. Η υπόθεση των αγροτικών επιδοτήσεων, οι καταγγελίες περί οργανωμένης απάτης, οι σκιές γύρω από τη διαχείριση κοινοτικών κονδυλίων και η πολιτική ευθύνη ενός συστήματος που εμφανίζεται να λειτουργούσε επί χρόνια με τρύπες, παραθυράκια και ανοχές, θα βρεθούν στο τραπέζι.
Και το ερώτημα είναι απλό: μιλάμε για λάθη ή για μοντέλο εξουσίας;
Η αποστολή της CONT δεν έρχεται για δημόσιες σχέσεις
Στην Αθήνα φθάνει κλιμάκιο της Επιτροπής Ελέγχου του Προϋπολογισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με επικεφαλής τον Τσέχο ευρωβουλευτή του ΕΛΚ Τομάς Ζντεχόφσκι. Στο πρόγραμμα των επαφών περιλαμβάνονται συναντήσεις με τον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης Μαργαρίτη Σχοινά, κρατικούς αξιωματούχους, εμπλεκόμενους φορείς, εκπροσώπους του αγροτικού κόσμου και πρόσωπα που μπορούν να φωτίσουν το πώς διαχειρίστηκε η χώρα ευρωπαϊκό χρήμα. Ο κ. Σχοινάς ανέλαβε το υπουργείο στις 3 Απριλίου 2026, μέσα σε περιβάλλον έντονης πίεσης για τον πρωτογενή τομέα και τον ΟΠΕΚΕΠΕ.
Αυτό από μόνο του δείχνει το βάρος της υπόθεσης. Δεν μιλάμε για μια τυπική ενημερωτική επίσκεψη. Μιλάμε για fact finding αποστολή, δηλαδή για αναζήτηση στοιχείων, απαντήσεων και πραγματικής εικόνας.
Η Ευρώπη δεν έρχεται να ακούσει γενικόλογες διαβεβαιώσεις. Δεν έρχεται για να της πουν ότι «όλα ελέγχονται», ότι «το κράτος λειτουργεί», ότι «οι πληρωμές συνεχίζονται» και ότι «η κυβέρνηση έχει σχέδιο». Αυτά τα ακούει χρόνια.
Τώρα ζητά κάτι πιο ενοχλητικό: αποδείξεις.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποιος πήρε χρήματα. Είναι ποιος άφησε το σύστημα να δουλεύει έτσι
Η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ είναι πολιτικά εκρηκτική ακριβώς γιατί δεν περιορίζεται στο ερώτημα αν κάποιοι εισέπραξαν παράνομα επιδοτήσεις. Αυτό είναι το ποινικό σκέλος και θα το ερευνήσει η Δικαιοσύνη.
Το βαθύτερο ερώτημα είναι άλλο: ποιος επέτρεψε να διαμορφωθεί ένα περιβάλλον όπου οι ευρωπαϊκοί πόροι μπορούσαν, σύμφωνα με τις καταγγελίες και τις έρευνες, να γίνουν αντικείμενο στρεβλής διαχείρισης, πελατειακών εξυπηρετήσεων ή αδιαφανών πρακτικών;
Διότι η απάτη, όταν είναι μεμονωμένη, αφορά δράστες.
Όταν όμως επαναλαμβάνεται, απλώνεται και γίνεται υπόθεση ευρωπαϊκού ελέγχου, τότε αφορά μηχανισμό.
Και ο μηχανισμός δεν γεννιέται μόνος του. Θέλει ανοχές. Θέλει πολιτική κάλυψη ή πολιτική αδυναμία. Θέλει υπηρεσίες που δεν βλέπουν, υπουργούς που δεν ρωτούν, διοικήσεις που δεν ελέγχουν, κόμματα που κάνουν πως εκπλήσσονται όταν σκάει η υπόθεση.
Η Ελλάδα δεν μπορεί κάθε φορά να εμφανίζεται ως θύμα «κακών υπαλλήλων», «παρανόμων κυκλωμάτων» ή «τεχνικών αδυναμιών». Κάποια στιγμή πρέπει να απαντήσει αν το κράτος της είναι μηχανισμός ελέγχου ή μηχανισμός διανομής.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει ήδη ανοίξει τον δρόμο
Το πολιτικό βάρος γίνεται ακόμη μεγαλύτερο επειδή η ευρωπαϊκή αποστολή έρχεται σε μια στιγμή που η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει ήδη κινηθεί. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, πάνω από 50 πρόσωπα έχουν κληθεί για εξηγήσεις, ανάμεσά τους πολιτικά και μη πολιτικά πρόσωπα, ενώ αναφέρονται 11 νυν βουλευτές και 5 πρώην βουλευτές στη σχετική δικογραφία.
Εδώ βρίσκεται η ουσία: η υπόθεση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί σαν μια απλή λογιστική εκκρεμότητα. Όταν ευρωπαϊκό χρήμα μπαίνει σε διαδικασία εισαγγελικής διερεύνησης, όταν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στέλνει αποστολή, όταν οι Βρυξέλλες ζητούν απαντήσεις για τη διαχείριση κοινοτικών κονδυλίων, τότε η χώρα δεν έχει μόνο δικαστικό ζήτημα. Έχει ζήτημα αξιοπιστίας.
Και η αξιοπιστία δεν αποκαθίσταται με non paper.
Δεν αποκαθίσταται με δηλώσεις περί «σκευωρίας».
Δεν αποκαθίσταται με αλλαγές προσώπων στην κορυφή, όταν το σύστημα από κάτω μένει ίδιο.
Αποκαθίσταται με πλήρη διαφάνεια, πραγματικούς ελέγχους, επιστροφές χρημάτων όπου αποδειχθεί ζημία, πολιτικές ευθύνες όπου υπάρχουν, και θεσμική εγγύηση ότι οι επιδοτήσεις δεν θα ξαναγίνουν εργαλείο εξυπηρέτησης ημετέρων.
Οι αγρότες δεν είναι το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι όσοι χρησιμοποίησαν τους αγρότες ως άλλοθι
Το χειρότερο σε αυτή την υπόθεση είναι ότι κινδυνεύει να λερωθεί συνολικά ο αγροτικός κόσμος. Και αυτό είναι άδικο.
Ο πραγματικός παραγωγός, ο άνθρωπος που παλεύει με το κόστος, τον καιρό, την αγορά, τη γραφειοκρατία και την εγκατάλειψη της υπαίθρου, δεν έχει καμία σχέση με τα κυκλώματα, τις εικονικές δηλώσεις, τις ύποπτες διαδρομές και τις καταγγελλόμενες μεθοδεύσεις.
Αντιθέτως, είναι το πρώτο θύμα.
Γιατί κάθε ευρώ που κατευθύνθηκε σε λάθος χέρια, αν αυτό αποδειχθεί, είναι ευρώ που στερήθηκε από εκείνον που το δικαιούται. Κάθε πελατειακή διαχείριση επιδότησης είναι προσβολή στον κανονικό αγρότη. Κάθε ανοχή σε αδιαφανείς πρακτικές είναι χτύπημα στην παραγωγή, στην περιφέρεια, στη νομιμότητα.
Άλλο αγροτική πολιτική.
Άλλο επιδοματικός πελατειακός μηχανισμός.
Η Ελλάδα πρέπει να διαλέξει ποιο από τα δύο θέλει.
Το πραγματικό ερώτημα για την κυβέρνηση
Η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να παρουσιάσει σχέδιο, διορθωτικές παρεμβάσεις, νέα αρχιτεκτονική ελέγχων, ίσως και αλλαγές στη λειτουργία του ΟΠΕΚΕΠΕ. Όλα αυτά είναι αναμενόμενα.
Το ερώτημα όμως δεν είναι αν μπορεί να γράψει ένα σχέδιο.
Το ερώτημα είναι αν μπορεί να πείσει ότι το εννοεί.
Γιατί όταν μια υπόθεση φθάνει σε τέτοιο επίπεδο ευρωπαϊκής θεσμικής πίεσης, οι διακηρύξεις δεν αρκούν. Χρειάζονται ονόματα, ημερομηνίες, ευθύνες, διασταυρώσεις, επιστροφές, κυρώσεις, θεσμικά αντίβαρα.
Και κυρίως χρειάζεται κάτι που το ελληνικό πολιτικό σύστημα αποφεύγει όπως ο διάβολος το λιβάνι: αυτοκάθαρση.
Όχι επικοινωνιακή διαχείριση.
Όχι αλλαγή επιγραφής.
Όχι μετάθεση ευθύνης στον «κακό ΟΠΕΚΕΠΕ», λες και ο οργανισμός λειτουργούσε σε άλλο πλανήτη.
Ο ΟΠΕΚΕΠΕ υπαγόταν σε πολιτική εποπτεία. Οι επιδοτήσεις περνούσαν μέσα από δημόσιες διαδικασίες. Οι έλεγχοι ή δεν έγιναν ή δεν έφτασαν ή δεν εμπόδισαν. Και αυτό είναι το πολιτικό πρόβλημα.
Η Ευρώπη βλέπει το ελληνικό κράτος χωρίς τα φίλτρα της εσωτερικής προπαγάνδας
Η χρονική συγκυρία είναι κρίσιμη. Στις Βρυξέλλες συζητείται ο νέος πολυετής προϋπολογισμός της Ε.Ε. και το ζήτημα της προστασίας των ευρωπαϊκών πόρων αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Η υπόθεση των ελληνικών αγροτικών επιδοτήσεων αντιμετωπίζεται ως τεστ αξιοπιστίας: μπορούν τα κράτη-μέλη να εγγυηθούν ότι τα κοινοτικά κονδύλια πηγαίνουν εκεί που πρέπει;
Για την Ελλάδα, αυτό είναι βαρύ.
Διότι η χώρα που ζητά ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, ευρωπαϊκή στήριξη και ευρωπαϊκή κατανόηση, οφείλει να αποδεικνύει ότι σέβεται το ευρωπαϊκό χρήμα.
Δεν μπορεί να θέλει την Ευρώπη όταν πληρώνει και να την καταγγέλλει όταν ελέγχει.
Δεν μπορεί να ζητά πόρους με το ένα χέρι και να κρύβει ευθύνες με το άλλο.
Δεν μπορεί να μιλά για «επιτελικό κράτος» και, την ίδια ώρα, να εμφανίζεται ανίκανο να εγγυηθεί ότι οι επιδοτήσεις φτάνουν στους πραγματικούς δικαιούχους.
Ο ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι απλώς ένα σκάνδαλο επιδοτήσεων. Είναι καθρέφτης.
Καθρέφτης ενός κράτους που επί χρόνια έμαθε να μοιράζει, όχι να ελέγχει.
Καθρέφτης ενός πολιτικού συστήματος που μπερδεύει την αγροτική πολιτική με την εκλογική πελατεία.
Καθρέφτης μιας χώρας που κάθε φορά υπόσχεται «κάθαρση» μόνο όταν βλέπει τους Ευρωπαίους στην πόρτα.
Τώρα η πόρτα χτυπάει.
Και αυτή τη φορά, πίσω της δεν είναι ένας ενοχλητικός δημοσιογράφος, ένας αγανακτισμένος αγρότης ή ένας πολιτικός αντίπαλος.
Είναι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Είναι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Είναι το ευρωπαϊκό χρήμα που ζητά λογαριασμό.
Και ο λογαριασμός του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν μπορεί να πληρωθεί με επικοινωνία. Πληρώνεται μόνο με αλήθεια, ευθύνη και επιστροφή στη νομιμότητα.

