Δεν είναι πια πολιτικός θόρυβος. Είναι δικογραφία, κλήσεις υπόπτων, ονόματα, αδικήματα και μια Ευρωπαϊκή Εισαγγελία που δείχνει αποφασισμένη να ανοίξει το κουτί της πελατειακής μηχανής.
Υπάρχουν στιγμές που το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί άλλο να κρύβεται πίσω από ανακοινώσεις, διαρροές και επικοινωνιακά τεχνάσματα. Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι μία από αυτές.
Περίπου 50 πρόσωπα καλούνται να περάσουν το κατώφλι των εντεταλμένων Ευρωπαίων Εισαγγελέων για τις παράνομες επιδοτήσεις του 2021. Ανάμεσά τους στελέχη, υπάλληλοι, ιδιώτες, αγρότες, ιδιοκτήτες ΚΥΔ, αλλά και έντεκα βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, μετά την άρση της ασυλίας τους από τη Βουλή.
Και εδώ τελειώνουν τα αστεία.
Διότι όταν μια υπόθεση φτάνει στο σημείο να εμπλέκει τον μηχανισμό διαχείρισης ευρωπαϊκών ενισχύσεων, κοινοτικά κονδύλια, πολιτικές παρεμβάσεις και βουλευτικά ονόματα, τότε δεν μιλάμε για μια απλή «διοικητική αστοχία». Μιλάμε για πιθανή θεσμική σήψη. Για έναν μηχανισμό που, αν επιβεβαιωθούν τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν λειτουργούσε για να υπηρετεί τον αγρότη, αλλά για να εξυπηρετεί δίκτυα, σχέσεις, προσβάσεις και επιρροές.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν χτυπά την πόρτα για εντυπώσεις
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν είναι τηλεοπτικό πάνελ. Δεν καλεί υπόπτους για να κάνει πολιτικό σόου. Καλεί πρόσωπα επειδή υπάρχει δικογραφία, επειδή υπάρχουν στοιχεία που ερευνώνται και επειδή η υπόθεση αφορά χρήμα που δεν ανήκει σε κανένα κόμμα, σε κανένα υπουργείο, σε κανένα τοπικό γραφείο εξουσίας.
Ανήκει στους Ευρωπαίους φορολογούμενους. Και, πρωτίστως, αν προοριζόταν για αγροτικές ενισχύσεις, ανήκει σε εκείνους που πραγματικά παράγουν, καλλιεργούν, δηλώνουν, ελέγχονται και περιμένουν το κράτος να λειτουργήσει με κανόνες.
Αντί γι’ αυτό, η υπόθεση εμφανίζει ένα γνώριμο ελληνικό μοτίβο: επιδοτήσεις, «παρεμβάσεις», υπηρεσιακές αλυσίδες, πολιτικά πρόσωπα, καθυστερήσεις, προθεσμίες, παραγραφές που πλησιάζουν και μια κυβέρνηση που ξαφνικά θυμάται τις «δίκες-εξπρές» όταν η φωτιά έχει φτάσει στην αυλή της.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποιος πήρε χρήματα. Είναι ποιος άνοιγε πόρτες
Η ουσία της υπόθεσης δεν βρίσκεται μόνο στο αν κάποιοι εισέπραξαν παράνομες επιδοτήσεις. Αυτό είναι το πρώτο επίπεδο.
Το δεύτερο, και πολύ πιο επικίνδυνο, είναι αν υπήρχε δίκτυο διευκολύνσεων. Αν υπήρχαν πολιτικές παρεμβάσεις. Αν ο ΟΠΕΚΕΠΕ, αντί να λειτουργεί ως αξιόπιστος οργανισμός ελέγχου και πληρωμών, είχε μετατραπεί σε διάδρομο εξυπηρετήσεων.
Γιατί εδώ δεν μιλάμε για ένα χαρτί που χάθηκε σε κάποιο γραφείο. Μιλάμε για πιθανή χειραγώγηση ενός συστήματος που διαχειρίζεται ευρωπαϊκό χρήμα. Και όταν το ευρωπαϊκό χρήμα γίνεται πεδίο πελατειακής διαχείρισης, τότε η χώρα δεν εκτίθεται απλώς πολιτικά. Διασύρεται θεσμικά.
Οι 11 βουλευτές και η πολιτική ευθύνη που δεν παραγράφεται
Η δικογραφία περιλαμβάνει έντεκα βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, εννέα ελέγχονται για πλημμεληματικού χαρακτήρα πράξεις και δύο για κακουργηματικές πράξεις. Τα αδικήματα που αναφέρονται κατά περίπτωση αφορούν ηθική αυτουργία σε απιστία, απάτη με υπολογιστή και ψευδή βεβαίωση.
Προφανώς, όλοι έχουν τεκμήριο αθωότητας. Αυτό είναι αυτονόητο σε κράτος δικαίου.
Όμως υπάρχει και κάτι άλλο, εξίσου αυτονόητο: η πολιτική ευθύνη δεν αρχίζει μόνο όταν καταδικαστεί κάποιος. Αρχίζει όταν ένα πολιτικό σύστημα βρίσκεται αντιμέτωπο με ερωτήματα που δεν μπορεί να απαντήσει.
Ποιος τηλεφωνούσε;
Ποιος ζητούσε «παρεμβάσεις»;
Ποιος πίεζε υπηρεσίες;
Ποιος γνώριζε;
Ποιος σιωπούσε;
Ποιος ωφελήθηκε πολιτικά από ένα σύστημα εξυπηρετήσεων στην περιφέρεια;
Αυτά τα ερωτήματα δεν απαντώνται με non paper. Δεν απαντώνται με συμψηφισμούς. Δεν απαντώνται με το γνωστό «όλα στο φως», που στην Ελλάδα συνήθως σημαίνει «όλα στο αρχείο όταν περάσει η μπόρα».
Η τροπολογία, η Κοβέσι και η μυρωδιά θεσμικού πανικού
Και σαν να μην έφτανε η ίδια η υπόθεση, ήρθε και η σύγκρουση γύρω από την τροπολογία για τις δίκες-εξπρές πολιτικών προσώπων.
Η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, Λάουρα Κοβέσι, εξέφρασε αντιρρήσεις, θεωρώντας ότι η προτεινόμενη διάταξη είναι ασύμβατη με τον Κανονισμό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, επειδή αναθέτει την κύρια έρευνα για τα κακουργήματα σε ειδικό εφέτη ανακριτή. Το υπουργείο Δικαιοσύνης απάντησε ότι η EPPO είχε ενημερωθεί και στη συνέχεια προχώρησε σε νομοτεχνική βελτίωση.
Αυτό δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι πολιτικά εκκωφαντικό.
Διότι όταν μια κυβέρνηση σπεύδει να νομοθετήσει διαδικασίες για υποθέσεις πολιτικών προσώπων, ενώ ταυτόχρονα η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σηκώνει κόκκινη σημαία, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο νομικό. Είναι βαθιά θεσμικό.
Η ερώτηση είναι απλή:
θέλουν πραγματικά να τρέξουν οι υποθέσεις ή θέλουν να ελέγξουν τον τρόπο με τον οποίο θα τρέξουν;
Η παραγραφή ως ελληνικό καταφύγιο
Το πιο εξοργιστικό στοιχείο είναι ότι ο χρόνος πιέζει. Κάποιες πλημμεληματικές πράξεις κινδυνεύουν να παραγραφούν μέσα στο 2026, αν δεν ασκηθούν διώξεις και δεν προχωρήσει η υπόθεση.
Να το πούμε καθαρά: η παραγραφή στην Ελλάδα δεν είναι απλώς νομικό φαινόμενο. Είναι πολιτική τεχνική επιβίωσης.
Είναι ο μεγάλος νεροχύτης όπου εξαφανίζονται ευθύνες. Είναι η θεσμική ομίχλη μέσα στην οποία χάνονται δικογραφίες, μάρτυρες, υπομνήματα, ονόματα, πράξεις και υπογραφές.
Και στο τέλος, ο πολίτης μένει με το ίδιο πικρό συμπέρασμα:
όταν πρόκειται για τον αδύναμο, το κράτος κινείται με ταχύτητα.
Όταν πρόκειται για ισχυρούς, το κράτος ανακαλύπτει διαδικασίες, προθεσμίες και νομικές λεπτομέρειες.
ΟΠΕΚΕΠΕ: καθρέφτης ενός κράτους που μοιράζει εξουσία αντί για δικαιοσύνη
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι απλώς ένα ακόμη σκάνδαλο επιδοτήσεων. Είναι καθρέφτης.
Καθρέφτης ενός κράτους που συχνά αντιμετωπίζει το δημόσιο χρήμα σαν κομματικό εργαλείο.
Καθρέφτης μιας περιφέρειας που κρατιέται όμηρος από μεσάζοντες και πολιτικούς προστάτες.
Καθρέφτης ενός συστήματος που μιλά για μεταρρυθμίσεις στις Βρυξέλλες και στο εσωτερικό αναπαράγει τις πιο παλιές, πιο φθαρμένες, πιο βαλκανικές πρακτικές εξουσίας.
Το ερώτημα δεν είναι αν θα εμφανιστούν οι ύποπτοι ενώπιον των εισαγγελέων. Αυτό θα γίνει.
Το ερώτημα είναι αν αυτή τη φορά θα φτάσουμε μέχρι τέλους. Αν θα μάθουμε ποιοι ωφελήθηκαν. Ποιοι παρενέβησαν. Ποιοι υπέγραψαν. Ποιοι κάλυψαν. Ποιοι προσπάθησαν να κερδίσουν χρόνο.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία χτυπά την πόρτα του ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά ο θόρυβος ακούγεται πολύ πιο μακριά: στα υπουργεία, στα κομματικά γραφεία, στη Βουλή, στους μηχανισμούς που έμαθαν να ζουν από τη σκιά.
Και αυτή τη φορά, το ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει άλλη μία ανακοίνωση περί «σεβασμού στη Δικαιοσύνη».
Το ερώτημα είναι αν η Δικαιοσύνη θα προλάβει την παραγραφή.
Γιατί αν δεν την προλάβει, τότε το μήνυμα θα είναι κυνικό και καθαρό:
στην Ελλάδα του πελατειακού κράτους, το ευρωπαϊκό χρήμα ελέγχεται αυστηρά μόνο όταν το παίρνουν οι λάθος άνθρωποι.

