Η κοινωνία μας γεμίζει ιδρύματα, αλλά αδειάζει από ανθρώπινη επαφή. Η τρίτη ηλικία και τα παιδιά που στερούνται οικογενειακής φροντίδας δεν χρειάζονται μόνο δομές. Χρειάζονται σχέση, αγάπη, παρουσία.
Υπάρχουν ιδέες που, ακόμη κι αν ακούγονται απλές, αποκαλύπτουν πόσο πολύπλοκο και άκαμπτο έχουμε κάνει το κράτος μας.
Μια τέτοια ιδέα είναι η διασύνδεση της φροντίδας ηλικιωμένων με τη φροντίδα παιδιών που στερούνται οικογενειακού περιβάλλοντος. Να μη ζουν οι ηλικιωμένοι κλεισμένοι στη μοναξιά ενός ιδρύματος. Να μη μεγαλώνουν τα παιδιά χωρίς τη ζεστασιά μιας ανθρώπινης αγκαλιάς. Να μη μένουν δύο πληγωμένες γενιές σε παράλληλη απομόνωση, ενώ η μία μπορεί να γίνει απάντηση στην ανάγκη της άλλης.
Και όμως, ούτε αυτό δεν καταφέραμε ως κράτος να σκεφτούμε σοβαρά.
Δύο μοναξιές που θα μπορούσαν να συναντηθούν
Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι ηλικιωμένοι. Άνθρωποι που έζησαν, εργάστηκαν, μεγάλωσαν οικογένειες, πρόσφεραν, κουράστηκαν και κάποια στιγμή βρέθηκαν στο περιθώριο. Πολλοί από αυτούς δεν χρειάζονται μόνο φάρμακα, εξετάσεις και ένα κρεβάτι. Χρειάζονται λόγο να ξυπνήσουν το πρωί. Χρειάζονται κάποιον να τους ακούσει. Χρειάζονται να νιώσουν ξανά χρήσιμοι.
Από την άλλη πλευρά βρίσκονται παιδιά που στερήθηκαν αυτό που για άλλους θεωρείται αυτονόητο: την καθημερινή αγάπη, τη σταθερή παρουσία, το βλέμμα ενός ανθρώπου που νοιάζεται πραγματικά. Παιδιά που δεν έχουν ανάγκη μόνο από στέγη και φαγητό. Έχουν ανάγκη από τρυφερότητα, ασφάλεια, ιστορίες, αγκαλιά, ανθρώπινη συνέχεια.
Πόσο δύσκολο είναι, άραγε, να δει ένα σοβαρό κράτος ότι αυτές οι δύο ανάγκες μπορούν να συναντηθούν;
Η φροντίδα δεν είναι μόνο διοίκηση
Στην Ελλάδα έχουμε μάθει να αντιμετωπίζουμε την κοινωνική πολιτική ως διαχείριση φακέλων. Μονάδες, δομές, επιτροπές, κανονισμοί, προγράμματα, χρηματοδοτήσεις. Όλα απαραίτητα, αλλά όχι αρκετά.
Γιατί η φροντίδα δεν είναι μόνο διοικητική πράξη. Είναι ανθρώπινη σχέση.
Ο ηλικιωμένος που θα μιλήσει με ένα παιδί, που θα του πει μια ιστορία, που θα του μάθει μια λέξη, που θα νιώσει ότι κάποιος τον περιμένει, δεν είναι πια απλώς «ωφελούμενος». Είναι ξανά άνθρωπος με ρόλο.
Το παιδί που θα βρει απέναντί του έναν παππού ή μια γιαγιά, έστω όχι βιολογικά αλλά συναισθηματικά, δεν παίρνει απλώς παρέα. Παίρνει μνήμη, τρυφερότητα, αίσθηση οικογένειας.
Αυτά δεν αγοράζονται με κονδύλια. Χτίζονται με πολιτική βούληση, σχέδιο και ευαισθησία.
Ένα κράτος που ξέρει να χωρίζει, αλλά όχι να ενώνει
Το πρόβλημα είναι ότι το ελληνικό κράτος ξέρει να χωρίζει κατηγορίες, αλλά δυσκολεύεται να ενώσει ανθρώπους.
Άλλη υπηρεσία για τους ηλικιωμένους. Άλλη για τα παιδιά. Άλλο υπουργείο. Άλλη αρμοδιότητα. Άλλο πρωτόκολλο. Άλλη υπογραφή. Άλλη επιτροπή.
Και στο τέλος, πίσω από τις αρμοδιότητες, χάνονται οι άνθρωποι.
Χάνεται ο ηλικιωμένος που μαραζώνει μόνος.
Χάνεται το παιδί που μεγαλώνει χωρίς οικογενειακή θαλπωρή.
Χάνεται η δυνατότητα να δημιουργηθεί κάτι απλό, βαθιά ανθρώπινο και κοινωνικά θεραπευτικό.
Δεν χρειάζεται να ανακαλύψουμε ξανά τον κόσμο. Χρειάζεται να πάψουμε να αντιμετωπίζουμε την κοινωνία σαν λογιστικό φύλλο.
Η κοινωνική πολιτική θέλει φαντασία και ψυχή
Μια σοβαρή πολιτεία θα μπορούσε να δημιουργήσει πιλοτικά προγράμματα διαγενεακής φροντίδας. Με κανόνες, με ασφάλεια, με ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς, παιδαγωγούς, γιατρούς και εκπαιδευμένο προσωπικό. Όχι πρόχειρα. Όχι επικοινωνιακά. Όχι για φωτογραφίες.
Αλλά με σχέδιο.
Να υπάρχουν κοινές δραστηριότητες.
Να υπάρχουν ώρες δημιουργικής επαφής.
Να υπάρχουν χώροι όπου παιδιά και ηλικιωμένοι θα συναντιούνται με αξιοπρέπεια.
Να υπάρχουν προγράμματα αφήγησης, μουσικής, χειροτεχνίας, παιχνιδιού, μνήμης και συντροφικότητας.
Γιατί πολλές φορές η θεραπεία δεν βρίσκεται μόνο στο φάρμακο. Βρίσκεται και στο να νιώθει ο άνθρωπος ότι ανήκει κάπου.
Το μέτρο του πολιτισμού μιας χώρας δεν είναι μόνο οι δρόμοι, τα κτίρια και οι δείκτες ανάπτυξης.
Είναι το πώς φέρεται στους ηλικιωμένους της.
Είναι το πώς προστατεύει τα παιδιά της.
Είναι το αν μπορεί να ενώσει δύο ανθρώπινες ανάγκες και να τις μετατρέψει σε κοινή ελπίδα.
Ούτε αυτό δεν καταφέραμε ακόμη: να δούμε ότι ένας ηλικιωμένος χωρίς «εγγόνια» και ένα παιδί χωρίς οικογενειακή αγκαλιά μπορεί να είναι δύο μισές απαντήσεις στο ίδιο κοινωνικό πρόβλημα.
Και όσο το κράτος συνεχίζει να λειτουργεί χωρίς φαντασία, χωρίς τόλμη και χωρίς ψυχή, θα γεμίζουμε δομές — αλλά θα αδειάζουμε από ανθρωπιά.

