Στη δημόσια συζήτηση για το περιστατικό στο Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας, η λέξη «βία» χρησιμοποιείται εύκολα — συχνά επιλεκτικά. Η κατηγορία ότι «ο γιατρός είναι βίαιος» ακούγεται βαριά. Όμως, αν θέλουμε να μιλήσουμε σοβαρά για τη βία, οφείλουμε να δούμε και το πλαίσιο μέσα στο οποίο παράγεται η ένταση.
Βία είναι να πληρώνεις εισφορές και φόρους και να μην έχεις δημόσια υγεία στην πράξη. Να νοσηλεύεται η μητέρα σου σε ράντζο διαδρόμου. Να είσαι ασθενής και να σου κλείνουν ραντεβού για εξετάσεις σε ορίζοντα μηνών. Να μη φτάνει η σύνταξη για τη συμμετοχή στα φάρμακα.
Βία είναι, επίσης, να εργάζεσαι ως γιατρός στο Δημόσιο με χαμηλές αποδοχές, εξαντλητικά ωράρια και ανεπαρκή μέσα, έχοντας την ευθύνη ζωών σε συνθήκες μόνιμης πίεσης. Αυτό δεν δικαιολογεί παρεκτροπές, αλλά εξηγεί γιατί οι εκρήξεις γίνονται πιο πιθανές όταν το σύστημα λειτουργεί στα όρια.
Και υπάρχει και μια τρίτη διάσταση: η θεσμική βία. Όταν η απάντηση στη διαμαρτυρία είναι επίδειξη αυταρχισμού — με διμοιρίες ΜΑΤ, ασφαλίτες, επικοινωνιακή διαχείριση και μετατόπιση του ενδιαφέροντος από τα πραγματικά αίτια στο «θέαμα» της σύγκρουσης. Όταν παρουσιάζεται ως «θύμα» όποιος έχει την εξουσία να επιβάλει, ενώ οι πραγματικές συνέπειες βαραίνουν τους ασθενείς και τους εργαζόμενους.
Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι μόνο ποιος ύψωσε τον τόνο σε ένα επεισόδιο. Είναι ποιος παράγει, καθημερινά, τις συνθήκες που κάνουν τη σύγκρουση σχεδόν αναπόφευκτη — και ποιος πληρώνει το κόστος.

