Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας χτυπά ξανά το καμπανάκι. Και αυτή τη φορά δεν μιλά για έναν μακρινό κίνδυνο, ούτε για μια θεωρητική απειλή. Μιλά για μια πραγματικότητα που έρχεται με ταχύτητα: τα κρούσματα καρκίνου αναμένεται να αυξηθούν κατακόρυφα τις επόμενες δεκαετίες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της νέας έκθεσης, περίπου 20,6 εκατομμύρια άνθρωποι διαγνώστηκαν με καρκίνο το 2024. Μέχρι το 2050, ο αριθμός αυτός μπορεί να φτάσει τα 35 εκατομμύρια νέα περιστατικά κάθε χρόνο.
Και το ερώτημα είναι απλό: είμαστε έτοιμοι;
Η απάντηση, δυστυχώς, δεν είναι καθόλου καθησυχαστική.
Ο καρκίνος αυξάνεται γιατί ο πλανήτης γερνά. Οι άνθρωποι ζουν περισσότερο και όσο αυξάνεται το προσδόκιμο ζωής, αυξάνονται και οι πιθανότητες εμφάνισης μορφών καρκίνου που συνδέονται με την ηλικία. Αυξάνεται επίσης επειδή οι διαγνωστικές μέθοδοι έχουν βελτιωθεί, άρα εντοπίζονται περισσότερα περιστατικά.
Όμως αυτή είναι μόνο η μισή αλήθεια.
Η άλλη μισή είναι πολύ πιο σκληρή. Τα συστήματα υγείας, σε πολλές χώρες, δεν έχουν προετοιμαστεί για αυτό που έρχεται. Η πρόληψη παραμένει ανεπαρκής, οι προληπτικοί έλεγχοι δεν φτάνουν παντού, οι λίστες αναμονής μεγαλώνουν και η πρόσβαση στη θεραπεία εξακολουθεί να εξαρτάται από το πού γεννήθηκε, πού ζει και πόσα χρήματα έχει ο κάθε ασθενής.
Με άλλα λόγια, ο καρκίνος δεν θα χτυπήσει όλους με τον ίδιο τρόπο. Θα χτυπήσει πιο βάναυσα τους φτωχότερους, τους αποκλεισμένους, όσους ζουν μακριά από μεγάλα νοσοκομεία, όσους δεν έχουν πρόσβαση σε έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό σκάνδαλο.
Γιατί σε πολλές περιπτώσεις δεν μιλάμε για αναπόφευκτες απώλειες. Μιλάμε για ανθρώπους που θα μπορούσαν να είχαν διαγνωστεί νωρίτερα. Για θεραπείες που θα μπορούσαν να είχαν ξεκινήσει εγκαίρως. Για ζωές που θα μπορούσαν να είχαν σωθεί, αν το σύστημα λειτουργούσε πριν φτάσει ο ασθενής στο τελευταίο στάδιο.
Ο ΠΟΥ αναγνωρίζει ότι έχει υπάρξει πρόοδος. Η χρήση καπνού έχει μειωθεί διεθνώς, ενώ το εμβόλιο κατά του HPV έχει ενταχθεί σε περισσότερα εθνικά προγράμματα εμβολιασμού. Αυτά είναι σημαντικά βήματα. Όμως δεν αρκούν.
Η παχυσαρκία εξελίσσεται σε έναν από τους μεγάλους επιταχυντές της κρίσης. Συνδέεται με περισσότερες από δώδεκα μορφές καρκίνου, όπως του ήπατος, του παγκρέατος και του παχέος εντέρου. Κι όμως, οι περισσότερες χώρες αποτυγχάνουν να την περιορίσουν ουσιαστικά.
Την ίδια στιγμή, η ιατρική κάνει άλματα. Η ανοσοθεραπεία και οι νέες αντικαρκινικές θεραπείες έχουν βελτιώσει θεαματικά την επιβίωση σε ορισμένες μορφές καρκίνου. Όμως η επιστήμη δεν αρκεί όταν η πολιτεία καθυστερεί. Δεν αρκεί να υπάρχουν θεραπείες, αν ο ασθενής δεν μπορεί να φτάσει σε αυτές εγκαίρως.
Ο καρκίνος δεν είναι μόνο ιατρικό ζήτημα. Είναι ζήτημα δημόσιας υγείας. Είναι ζήτημα κοινωνικής δικαιοσύνης. Είναι ζήτημα πολιτικής ευθύνης.
Γιατί όταν ένας άνθρωπος περιμένει μήνες για εξέταση, όταν μια οικογένεια ψάχνει για γιατρό, όταν ένας ασθενής αναγκάζεται να πληρώσει από την τσέπη του για να μη χαθεί πολύτιμος χρόνος, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ασθένεια. Είναι και το σύστημα που δεν στάθηκε στο ύψος του.
Τα 35 εκατομμύρια νέα περιστατικά τον χρόνο δεν είναι ένας ψυχρός αριθμός σε μια διεθνή έκθεση. Είναι προειδοποίηση. Είναι συναγερμός. Είναι η απόδειξη ότι οι κυβερνήσεις δεν έχουν την πολυτέλεια να παριστάνουν πως δεν βλέπουν.
Η μάχη με τον καρκίνο δεν θα κερδηθεί μόνο στα χειρουργεία και στις ογκολογικές κλινικές. Θα κερδηθεί στην πρόληψη, στον προσυμπτωματικό έλεγχο, στην ενημέρωση, στον εμβολιασμό, στη διατροφή, στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας και στην πραγματική ενίσχυση των δημόσιων συστημάτων υγείας.
Αν δεν γίνουν τώρα σοβαρές επενδύσεις, αν δεν οργανωθούν ισχυρά δίκτυα πρόληψης και θεραπείας, αν δεν μειωθούν οι ανισότητες στην πρόσβαση στην υγεία, τότε οι αριθμοί του 2050 δεν θα είναι απλώς πρόβλεψη.
Θα είναι κατηγορητήριο.
Ο καρκίνος θερίζει.
Και τα συστήματα υγείας δεν έχουν άλλο χρόνο να κοιτούν το ρολόι.

