Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έσπειρε ανέμους και σήμερα θερίζει θύελλες. Για χρόνια θεώρησε ότι μπορεί να κοροϊδεύει την κοινωνία, να εργαλειοποιεί τους θεσμούς και να μετατρέπει το κράτος σε μηχανισμό εξυπηρέτησης ημετέρων, χωρίς κόστος. Η πραγματικότητα όμως –και ειδικά η πραγματικότητα της υπαίθρου– τον διαψεύδει με θόρυβο.
Το «επιτελικό κράτος» ως εργαλείο αυθαιρεσίας
Με την καθιέρωση του λεγόμενου «επιτελικού κράτους», δηλαδή ενός υπερσυγκεντρωτικού μοντέλου διακυβέρνησης γύρω από το Μαξίμου, δεν είδαμε καλύτερο συντονισμό και διαφάνεια, αλλά το ακριβώς αντίθετο: διαδοχικές παρατυπίες και θεσμικές εκτροπές.
Χαριστικές νομοθετικές ρυθμίσεις, προνομιακές διαγραφές χρεών σε ιδιώτες και επιχειρήσεις, απευθείας αναθέσεις, υποκλοπές τηλεφωνικών συνομιλιών, «μπάζωμα» στοιχείων δικογραφιών, παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη και συγκάλυψη σκανδάλων συνθέτουν ένα μοτίβο εξουσίας που λειτουργεί πάνω και πέρα από κανόνες.
Ταυτόχρονα, η απονομή Δικαιοσύνης για Υπουργούς και ενόχους δημόσιους λειτουργούς ουσιαστικά παρεμποδίζεται. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις συγκάλυψης εγκληματικής οργάνωσης που σχετίζεται με διασπάθιση ευρωπαϊκών πόρων δισεκατομμυρίων ευρώ. Παρ’ όλα αυτά, ο Πρωθυπουργός επιμένει να παριστάνει τον ανήξερο και να συνεχίζει να κυβερνά σαν να μη συμβαίνει τίποτα.
Η κοινωνική κατακραυγή, ακόμη και από πολίτες που τον στήριξαν εκλογικά, δεν είναι τυχαία. Είναι προϊόν συσσωρευμένης οργής.
Η εργαλειοποίηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων και ο αγροτικός κόσμος
Ανάλογη είναι η εικόνα στη διαχείριση των ευρωπαϊκών πόρων. Τα κονδύλια της ΕΕ μοιράστηκαν κατά το δοκούν, με κριτήριο την πολιτική σκοπιμότητα και όχι ένα συνεκτικό εθνικό σχέδιο ανάπτυξης.
Στον αγροτικό χώρο, η Κυβέρνηση επιχείρησε να στήσει ένα ωμό πελατειακό σύστημα. Οι πληρωμές καθυστερούσαν τεχνητά, ώστε, λίγο πριν τις εκλογές, να καταβάλλονται μαζεμένα: όσα οφείλονταν από την προηγούμενη χρονιά, τα τρέχοντα και συχνά ακόμη και προκαταβολές από τις επόμενες. Στόχος; Να καμφθεί η αγανάκτηση των αγροτών και να «κλειδώσει» η ψήφος τους.
Όμως τα ψέματα και τα κόλπα τελείωσαν. Ο κόμπος έφτασε στο χτένι. Ο πληθωρισμός και η ακρίβεια εξαφανίζουν το όποιο εισόδημα μένει στους αγρότες. Οι κερδοσκόποι, ανεξέλεγκτοι, χτυπούν παντού:
- στα αγροτικά φάρμακα,
- στα λιπάσματα,
- στα γεωργικά μηχανήματα.
Την ίδια στιγμή, οι ελεύθερες εισαγωγές αγροτικών προϊόντων αφήνουν την εγχώρια παραγωγή απούλητη ή ξεπουλημένη σε τιμές κάτω του κόστους.
Οι αγρότες δεν διαμαρτύρονται γενικά και αόριστα. Διαμαρτύρονται γιατί, πολύ απλά, δεν βγαίνουν.
Κινητοποιήσεις με κοινωνική κατανόηση
Παρά τη σφοδρότητα των κινητοποιήσεων –με καταλήψεις εθνικών οδών, αεροδρομίων, λιμανιών– η κοινωνία των πόλεων αντιδρά ελάχιστα, και σε μεγάλο βαθμό στέκεται δίπλα στους αγρότες.
Οι πολίτες των αστικών κέντρων ζουν και οι ίδιοι την ακρίβεια των μεσαζόντων, βλέπουν τα ράφια των σούπερ μάρκετ και καταλαβαίνουν ότι η κατάσταση είναι αδιέξοδη. Αντιλαμβάνονται επίσης πως η διαχείριση των ζωονόσων από τις δημόσιες υπηρεσίες έχει συμβάλει στην εκτίναξη της τιμής του κρέατος και στην περαιτέρω επιβάρυνση του οικογενειακού προϋπολογισμού.
Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ ήρθε να επιβαρύνει ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Ο Οργανισμός, υπό την πίεση προστίμων και ελέγχων, εφαρμόζει πλέον αυστηρό πρωτόκολλο στις πληρωμές, με αποτέλεσμα:
- καθυστερήσεις στις ενισχύσεις,
- μείωση των διαθέσιμων κονδυλίων λόγω επιβληθέντων προστίμων.
Παράλληλα, η νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) θα είναι πιο περιορισμένη για την Ελλάδα τα επόμενα χρόνια, καθώς λήγει η περίοδος της ειδικής μεταχείρισης που είχε λόγω της οικονομικής κρίσης. Άρα, σε μια περίοδο κρίσιμη για την επιβίωση του πρωτογενούς τομέα, τα εργαλεία στήριξης μικραίνουν αντί να ενισχύονται.
Καταστροφή ζωικού κεφαλαίου και υποτυπώδεις αποζημιώσεις
Ο ζωικός πληθυσμός της χώρας έχει ήδη χάσει περίπου 450.000 αιγοπρόβατα, εξαιτίας τραγικών χειρισμών στην αντιμετώπιση της ευλογιάς. Η θανάτωση ζώων συνεχίζεται, ενώ οι αποζημιώσεις παραμένουν εξαιρετικά χαμηλές, χωρίς πραγματική αναπλήρωση της απώλειας.
Ένα νέο κοπάδι χρειάζεται 4–6 χρόνια για να γίνει ξανά πλήρως παραγωγικό. Στο διάστημα αυτό, τίθεται το θεμελιώδες ερώτημα:
Με ποια έσοδα θα κρατηθούν ζωντανές οι κτηνοτροφικές μονάδες;
Και με ποιο εισόδημα θα ζήσουν οι οικογένειες των αγροτών και των κτηνοτρόφων;
Η απάντηση της Κυβέρνησης μέχρι σήμερα είναι είτε προσχηματικές εξαγγελίες είτε αποσπασματικά μέτρα-«μπαλώματα», που δεν αλλάζουν τη δομή του προβλήματος.
Το καρτέλ της ενέργειας και το κόστος παραγωγής
Στο ήδη επιβαρυμένο αυτό περιβάλλον, προστίθεται και ο παράγοντας ενέργεια. Ο Πρωθυπουργός και η Κυβέρνησή του, σε αγαστή συνεργασία με το καρτέλ της ενέργειας, άφησαν να εξελιχθεί ένα καθεστώς εκρηκτικών αυξήσεων στο ηλεκτρικό ρεύμα. Αυτό έχει άμεση επίπτωση:
- στο κόστος άρδευσης στα χωράφια,
- στο κόστος λειτουργίας των βιομηχανιών που παράγουν αγροτικά φάρμακα και λιπάσματα,
- στα μεταφορικά κόστη,
- στη λειτουργία ψυκτικών θαλάμων και αποθηκών,
- στο συνολικό κόστος παραγωγής τροφίμων.
Την ίδια στιγμή, επιτρέπεται στο καρτέλ της ενέργειας να εγκαθιστά φωτοβολταϊκά πάρκα σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις, στερώντας από τη χώρα πολύτιμη γη υψηλής παραγωγικότητας. Αντί για οργανωμένο χωροταξικό σχεδιασμό, έχουμε αποσπασματικές άδειες προς όφελος συγκεκριμένων επιχειρηματικών συμφερόντων.
Με άλλα λόγια, η Κυβέρνηση χτυπά τον πρωτογενή τομέα και από την πλευρά του κόστους και από την πλευρά της γης.
Η ανάγκη για μια άλλη διακυβέρνηση
Οι αγρότες σήμερα βρίσκονται σε πραγματικό αδιέξοδο, όχι λόγω μιας «φυσικής» δυσκολίας του επαγγέλματος, αλλά ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών. Γι’ αυτό και έχουν κάθε δίκιο να διαμαρτύρονται. Δεν υπερασπίζονται μόνο το εισόδημά τους, αλλά και την ίδια τη δυνατότητα της χώρας να έχει παραγωγική βάση και επισιτιστική ασφάλεια.
Η Ελλάδα έχει άμεση ανάγκη από μια διακυβέρνηση με ξεκάθαρο κοινωνικό πρόσημο και με στρατηγική παραγωγικής ανασυγκρότησης της εθνικής οικονομίας, με έμφαση στον πρωτογενή και τον δευτερογενή τομέα.
Μια διακυβέρνηση που:
- θα στηρίζει τον αγροτικό κόσμο με σταθερούς κανόνες, όχι με προεκλογικά «δωράκια»,
- θα διασφαλίζει δίκαιες τιμές, διαφάνεια στην αλυσίδα παραγωγής–διακίνησης–κατανάλωσης και ουσιαστική ρύθμιση απέναντι στα καρτέλ,
- θα προστατεύει τη γη υψηλής παραγωγικότητας από άναρχες ενεργειακές εγκαταστάσεις,
- θα επενδύει σε υποδομές, έρευνα, ποιότητα και προστιθέμενη αξία των ελληνικών προϊόντων.
Χωρίς μια τέτοια στροφή, η χώρα κινδυνεύει να χάσει οριστικά ένα από τα βασικά της πλεονεκτήματα: την ικανότητα να παράγει ποιοτική τροφή, να στηρίζει την επαρχία της και να έχει έναν ζωντανό πρωτογενή τομέα.
Και αυτό δεν είναι απλώς ζήτημα πολιτικής διαφωνίας. Είναι ζήτημα εθνικής επιβίωσης.

