Ο Paul Coulson έχασε την Ardagh, οι ομολογιούχοι πλήρωσαν τον λογαριασμό και τώρα το ελληνικό κράτος χρηματοδοτεί με 80 εκατ. ευρώ τη φαραωνική επέλαση στη Χηνίτσα
Υπάρχουν επενδυτές που φέρνουν κεφάλαια, αναλαμβάνουν ρίσκο και λογοδοτούν για τις επιλογές τους. Και υπάρχουν επιχειρηματίες που χτίζουν αυτοκρατορίες με δανεικά, αφήνουν πίσω τους πιστωτές με τεράστιες ζημιές και, όταν το οικοδόμημα καταρρεύσει, αναζητούν το επόμενο προνομιακό πεδίο δράσης.
Ο Paul Coulson ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
Ο Ιρλανδός επιχειρηματίας δημιούργησε την Ardagh Group μέσα από επιθετικές εξαγορές, ομόλογα υψηλού κινδύνου και δανεισμό δισεκατομμυρίων. Όταν το χρέος ξεπέρασε τα 10 δισ. δολάρια και η εταιρεία δεν μπορούσε πλέον να στηρίξει το βάρος της, τον λογαριασμό δεν τον πλήρωσε εκείνος.
Τον πλήρωσαν οι ομολογιούχοι.
Οι πιστωτές αναγκάστηκαν να μετατρέψουν περίπου 4,3 δισ. δολάρια χρέους σε μετοχές, συγκεκριμένες κατηγορίες επενδυτών υπέστησαν δραματικές απομειώσεις και η Ardagh πέρασε τελικά στον έλεγχό τους.
Ο ίδιος ο Coulson, παρότι έχασε την αυτοκρατορία του, αποχώρησε με περίπου 108 εκατ. δολάρια.
Αυτό είναι το επιχειρηματικό βιογραφικό του ανθρώπου που εμφανίζεται σήμερα στην Ελλάδα ως «στρατηγικός επενδυτής», έτοιμος να μεταμορφώσει μια από τις ομορφότερες και περιβαλλοντικά ευαίσθητες περιοχές της Αργολίδας.
Και εδώ αρχίζει η πολιτική ευθύνη.
Διότι ο Coulson δεν έρχεται απλώς να τοποθετήσει ιδιωτικά κεφάλαια και να αναλάβει αποκλειστικά το επιχειρηματικό ρίσκο. Το σχέδιό του στη Χηνίτσα εντάχθηκε στο Ταμείο Ανάκαμψης και χρηματοδοτείται με 80 εκατ. ευρώ.
Με άλλα λόγια, ένας επιχειρηματίας που έχτισε έναν παγκόσμιο όμιλο πάνω σε βουνά χρέους και αποχώρησε όταν οι πιστωτές ανέλαβαν τις ζημιές, εξασφαλίζει τώρα γενναία κρατικά υποστηριζόμενη χρηματοδότηση για να αναπτύξει ένα τεράστιο τουριστικό συγκρότημα σε έκταση όπου περιλαμβάνονται και ιδιωτικές δασικές περιοχές.
Αν αυτό παρουσιάζεται ως πρότυπο ανάπτυξης, τότε η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει τι ακριβώς θεωρεί «βιώσιμη επένδυση».
Από τον δανεισμό στην κατάρρευση
Η άνοδος της Ardagh παρουσιάστηκε επί χρόνια ως μια μεγάλη ιρλανδική επιχειρηματική επιτυχία.
Στην πραγματικότητα, ο όμιλος μεγάλωσε μέσα από μια ακραία επιθετική στρατηγική εξαγορών, οι οποίες στηρίζονταν σε τραπεζικό δανεισμό, ομόλογα υψηλής απόδοσης και τίτλους τύπου payment-in-kind.
Όσο τα επιτόκια παρέμεναν χαμηλά, το μοντέλο φαινόταν λειτουργικό. Η εταιρεία αναχρηματοδοτούσε τις υποχρεώσεις της, συνέχιζε τις εξαγορές και διεύρυνε την παρουσία της σε Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες.
Όταν, όμως, το χρήμα έπαψε να είναι φθηνό, αποκαλύφθηκε η πραγματική κατάσταση.
Το καθαρό χρέος ξεπέρασε τα 11 δισ. δολάρια και ο δείκτης χρέους προς EBITDA πλησίασε τις εννέα φορές. Η εταιρεία δεν ήταν πλέον ένας παραγωγικός κολοσσός που χρησιμοποιούσε τον δανεισμό για να αναπτυχθεί. Είχε μετατραπεί σε έναν υπερχρεωμένο μηχανισμό που αγωνιζόταν να εξυπηρετήσει τις ίδιες του τις υποχρεώσεις.
Ακολούθησε σκληρή σύγκρουση μεταξύ μετόχων, πιστωτών και hedge funds.
Ορισμένοι επενδυτές κατήγγειλαν ότι η προτεινόμενη αναδιάρθρωση μετέφερε δυσανάλογα τις ζημιές στους κατόχους ομολόγων, ενώ επέτρεπε στους παλαιούς μετόχους και στα πρόσωπα της διοίκησης να διατηρήσουν σημαντικό οικονομικό όφελος.
Το τελικό αποτέλεσμα ήταν αποκαλυπτικό.
Οι πιστωτές ανέλαβαν τον όμιλο. Οι παλαιοί μέτοχοι αποχώρησαν λαμβάνοντας συνολικά περίπου 300 εκατ. δολάρια. Από αυτά, περίπου 108 εκατ. δολάρια κατευθύνθηκαν στον Coulson.
Οι κάτοχοι των επισφαλέστερων τίτλων βρέθηκαν αντιμέτωποι με βαριές απώλειες, ενώ οι δικαστικές τους προσπάθειες σε Νέα Υόρκη και Λουξεμβούργο δεν ανέτρεψαν τη συμφωνία.
Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: τα κέρδη είχαν ιδιωτικοποιηθεί επί χρόνια, αλλά όταν ήρθε η ώρα της κατάρρευσης, οι ζημιές διαχύθηκαν στους πιστωτές.
Η Ελλάδα ως επόμενος προνομιακός σταθμός
Την ώρα που η Ardagh βυθιζόταν στη σύγκρουση με τους πιστωτές της, ο Coulson είχε ήδη στραφεί στην Ελλάδα.
Μέσω της Hinitsa Bay Holdings προωθεί το Four Seasons Resort and Residences Porto Heli, ένα σύνθετο τουριστικό κατάλυμα σε έκταση περίπου 642 στρεμμάτων στη Χηνίτσα.
Το σχέδιο περιλαμβάνει πεντάστερο ξενοδοχείο, τουριστικές κατοικίες, bungalows, spa, εγκαταστάσεις ευεξίας, γήπεδα και σειρά συνοδευτικών υποδομών.
Πρόκειται για μια ανάπτυξη που δεν αφορά μια εγκαταλελειμμένη βιομηχανική ζώνη ούτε μια υποβαθμισμένη έκταση.
Αφορά περιοχή ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, στην οποία περιλαμβάνονται αδόμητα τμήματα και ιδιωτικές δασικές εκτάσεις.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία του ζητήματος.
Η κυβέρνηση και οι αρμόδιες υπηρεσίες δεν αρκεί να επαναλαμβάνουν τη λέξη «επένδυση» σαν να αποτελεί συγχωροχάρτι για κάθε περιβαλλοντική, πολεοδομική ή οικονομική επιλογή.
Οφείλουν να αποδείξουν ότι η προστασία του δημόσιου συμφέροντος προηγείται των επιθυμιών του επενδυτή.
Οι δασικοί χαρακτηρισμοί και τα αναπάντητα ερωτήματα
Στην έκταση είχαν προηγηθεί διαδικασίες που αφορούσαν τον χαρακτηρισμό περιοχών ως δασικών.
Το 2023 έγινε δεκτό αίτημα για διόρθωση «πρόδηλου σφάλματος», με το επιχείρημα ότι αγροτική έκταση είχε αποτυπωθεί λανθασμένα ως δασική.
Η εταιρεία που είχε υποβάλει το σχετικό αίτημα μετονομάστηκε αργότερα σε Hinitsa Bay Holdings.
Τυπικά, οι διαδικασίες μπορεί να καλύπτονται από διοικητικές αποφάσεις. Πολιτικά, όμως, το ζήτημα παραμένει ορθάνοιχτο.
Ποιος έλεγξε ουσιαστικά τις μεταβολές στους χαρακτηρισμούς;
Με ποια επιστημονικά και διοικητικά δεδομένα;
Ποιοι υπέγραψαν;
Ποιοι γνωμοδότησαν;
Ποιος εγγυάται ότι η προστασία της δασικής γης δεν υποχώρησε μπροστά στην ανάγκη επιτάχυνσης μιας μεγάλης τουριστικής επένδυσης;
Η κυβέρνηση δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από επιτροπές, υπηρεσιακές πράξεις και πολυσέλιδα διατάγματα. Όταν πρόκειται για έργο τέτοιας κλίμακας, η πολιτική ευθύνη δεν εξαφανίζεται μέσα στους διαδρόμους της γραφειοκρατίας.
«Ιδιωτική επένδυση» με 80 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης
Το έργο παρουσιάζεται ως επένδυση περίπου 200 εκατ. ευρώ.
Ωστόσο, 80 εκατ. ευρώ προέρχονται από τη χρηματοδότηση του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας «Ελλάδα 2.0».
Το ποσό είναι τεράστιο.
Και επιβάλλει απόλυτη διαφάνεια.
Με ποια κριτήρια χαρακτηρίστηκε το έργο «Βιώσιμη Επένδυση»;
Ποια ήταν η οικονομική αξιολόγηση του επενδυτή μετά την κατάρρευση της Ardagh;
Εξετάστηκε η προηγούμενη στρατηγική ακραίας μόχλευσης;
Αξιολογήθηκε η απώλεια του ελέγχου του ομίλου του;
Ελέγχθηκε το γεγονός ότι οι πιστωτές υπέστησαν μεγάλες ζημιές, ενώ ο ίδιος αποχώρησε με δεκάδες εκατομμύρια δολάρια;
Και, κυρίως, γιατί ένα σχέδιο πολυτελούς τουρισμού σε μια από τις ακριβότερες περιοχές της χώρας πρέπει να υποστηριχθεί με κεφάλαια του Ταμείου Ανάκαμψης;
Το Ταμείο δημιουργήθηκε για να ενισχύσει την ανθεκτικότητα, τον παραγωγικό μετασχηματισμό και τη βιώσιμη ανάπτυξη της χώρας.
Δεν δημιουργήθηκε για να μετατραπεί σε προνομιακό χρηματοδοτικό μηχανισμό πολυτελών resorts, ιδιωτικών κατοικιών και εγκαταστάσεων για μια περιορισμένη οικονομική ελίτ.
Η κυβέρνηση οφείλει να δημοσιοποιήσει ολόκληρο τον φάκελο αξιολόγησης. Όχι επιλεκτικές ανακοινώσεις και επικοινωνιακές περιγραφές, αλλά τα πραγματικά στοιχεία: ίδια κεφάλαια, δάνεια, εγγυήσεις, εξασφαλίσεις, περιβαλλοντικά κριτήρια και εκτίμηση κινδύνου.
Διότι τα 80 εκατ. ευρώ δεν είναι χρήματα κάποιου υπουργού. Είναι δημόσιοι και ευρωπαϊκοί πόροι.
Η επένδυση μεγαλώνει πριν ακόμη ολοκληρωθεί
Το αρχικό σχέδιο δεν έμεινε σταθερό.
Η έκταση των παρεμβάσεων αυξάνεται από περίπου 31,6 σε 64,8 στρέμματα. Προστίθενται 182 κλίνες στις 607 του αρχικού σχεδιασμού, επτά νέα κτίρια bungalows και ένα μεγάλο συγκρότημα ευεξίας.
Συνολικά προβλέπονται 11 νέα κτίρια, γυμναστήριο, εγκαταστάσεις θεραπειών, χώροι χαλάρωσης, γήπεδα τένις και padel.
Η επέκταση δεν αποτελεί μια μικρή τεχνική διόρθωση.
Πρόκειται για ουσιαστικό υπερδιπλασιασμό της έκτασης των παρεμβάσεων.
Και εδώ η πολιτική ευθύνη γίνεται ακόμη βαρύτερη.
Όταν μια επένδυση εγκρίνεται με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και στη συνέχεια διευρύνεται σημαντικά, η κοινωνία δικαιούται να γνωρίζει εάν αξιολογήθηκε εκ νέου το συνολικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
Δεν αρκεί κάθε υπηρεσία να εγκρίνει αποσπασματικά ένα μικρό κομμάτι.
Πρέπει να εξεταστεί το σύνολο: οι κλίνες, τα κτίρια, η κυκλοφορία, η κατανάλωση νερού, η παραγωγή αποβλήτων, η ενεργειακή επιβάρυνση, οι παρεμβάσεις στο τοπίο και η πίεση στις τοπικές υποδομές.
Η ανάπτυξη με τη μέθοδο των διαδοχικών επεκτάσεων και των τμηματικών εγκρίσεων δεν αποτελεί σοβαρό χωροταξικό σχεδιασμό. Αποτελεί τρόπο τεμαχισμού της πραγματικής επίπτωσης ενός έργου.
Ποιος πληρώνει και ποιος κερδίζει;
Η υπόθεση της Χηνίτσας δεν είναι μια συνηθισμένη ιδιωτική επένδυση.
Είναι ένα έργο στο οποίο συναντώνται:
- ένας επιχειρηματίας με πρόσφατο ιστορικό κατάρρευσης υπερχρεωμένου ομίλου,
- δημόσια υποστηριζόμενη χρηματοδότηση 80 εκατ. ευρώ,
- δασικές και περιβαλλοντικά ευαίσθητες εκτάσεις,
- συνεχείς αδειοδοτικές εγκρίσεις,
- και σημαντική επέκταση του αρχικού σχεδιασμού.
Η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει χωρίς υπεκφυγές.
Γιατί επιλέχθηκε να χρηματοδοτηθεί με τόσο μεγάλο ποσό ένα resort πολυτελείας;
Ποιο θα είναι το πραγματικό όφελος για την τοπική κοινωνία;
Πόσες μόνιμες και αξιοπρεπώς αμειβόμενες θέσεις εργασίας θα δημιουργηθούν;
Ποια θα είναι η επιβάρυνση σε νερό, ενέργεια, οδικό δίκτυο και περιβάλλον;
Ποιες δεσμεύσεις υπάρχουν ώστε οι τουριστικές κατοικίες να μη μετατραπούν απλώς σε ένα ακόμη κλειστό προνόμιο υπερπλουσίων;
Και ποιος θα πληρώσει εάν το οικονομικό μοντέλο αποδειχθεί ξανά υπεραισιόδοξο;
Δεν είναι ανάπτυξη όταν το ρίσκο κοινωνικοποιείται
Η Ελλάδα έχει ανάγκη από σοβαρές επενδύσεις.
Δεν έχει ανάγκη από επενδυτικές αγιογραφίες.
Δεν χρειάζεται υπουργούς που φωτογραφίζονται δίπλα σε μακέτες και παρουσιάζουν κάθε μεγάλη επιχειρηματική απαίτηση ως εθνικό στόχο.
Χρειάζεται κράτος που ελέγχει, απαιτεί εγγυήσεις, προστατεύει το περιβάλλον και διασφαλίζει ότι το ιδιωτικό κέρδος δεν οικοδομείται πάνω σε δημόσια χρηματοδότηση και κοινωνικοποιημένο ρίσκο.
Ο Paul Coulson έχει κάθε δικαίωμα να επιχειρεί.
Δεν έχει κανένα δικαίωμα να αντιμετωπίζεται από την ελληνική Πολιτεία ως επενδυτής υπεράνω ελέγχου.
Και η κυβέρνηση δεν έχει το δικαίωμα να βαφτίζει «βιώσιμη ανάπτυξη» οποιοδήποτε έργο διαθέτει ισχυρό brand, ακριβούς συμβούλους και πρόσβαση στους κατάλληλους διαδρόμους εξουσίας.
Το πραγματικό ερώτημα είναι απλό:
Μετά την Ardagh, όπου οι πιστωτές πλήρωσαν την υπερβολική μόχλευση, ποιος εγγυάται ότι στη Χηνίτσα δεν θα πληρώσει ξανά ο τόπος, το περιβάλλον και τελικά ο Έλληνας φορολογούμενος;
Μέχρι να δοθούν πλήρεις και τεκμηριωμένες απαντήσεις, η συγκεκριμένη υπόθεση δεν αποτελεί success story.
Αποτελεί πολιτικό και περιβαλλοντικό σκάνδαλο που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη.

