Ισχυρή διόρθωση καταγράφει η τιμή του χρυσού, αποδεικνύοντας ότι ακόμη και το παραδοσιακό «ασφαλές καταφύγιο» των επενδυτών δεν είναι απαλλαγμένο από μεγάλες διακυμάνσεις και σημαντικές απώλειες.
Από το ιστορικό υψηλό των 5.594 δολαρίων ανά ουγκιά, που σημειώθηκε στα τέλη Ιανουαρίου, η τιμή του πολύτιμου μετάλλου υποχώρησε σχεδόν κατά 29%, πέφτοντας την περασμένη Τετάρτη κάτω από το όριο των 4.000 δολαρίων.
Η πτώση αυτή ήρθε έπειτα από μια εντυπωσιακή ανοδική πορεία. Τον Φεβρουάριο του 2024 ο χρυσός διαπραγματευόταν κοντά στα 2.000 δολάρια ανά ουγκιά, πριν υπερδιπλασιάσει την αξία του μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια.
Γιατί υποχώρησε η τιμή
Παρότι ο χρυσός συνήθως ενισχύεται σε περιόδους γεωπολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας, αυτή τη φορά κινήθηκε αντίθετα από τις προσδοκίες.
Η ενεργειακή κρίση που προκάλεσε ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή ενίσχυσε τις πληθωριστικές πιέσεις και δημιούργησε προσδοκίες για αυξήσεις επιτοκίων από τη Fed και άλλες μεγάλες κεντρικές τράπεζες.
Όταν τα επιτόκια αυξάνονται, οι επενδύσεις σταθερού εισοδήματος, όπως τα ομόλογα και οι καταθέσεις, γίνονται περισσότερο ελκυστικές. Αντίθετα, ο χρυσός δεν προσφέρει τόκο ή μέρισμα, γεγονός που περιορίζει τη ζήτησή του.
Ήδη η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προχώρησε τον Ιούνιο σε αύξηση του επιτοκίου καταθέσεων από το 2% στο 2,25%.
Το ράλι των μετοχών
Καθοριστικό ρόλο στην πτώση του χρυσού φαίνεται να διαδραμάτισε και η επιστροφή των επενδυτών στις χρηματιστηριακές αγορές.
Μετά το αρχικό σοκ από τον πόλεμο, οι μετοχές ανέκαμψαν, με τις εταιρείες τεχνολογίας και τεχνητής νοημοσύνης να πρωταγωνιστούν. Έτσι, κεφάλαια που είχαν τοποθετηθεί στον χρυσό μετακινήθηκαν προς επενδύσεις με μεγαλύτερες προσδοκίες απόδοσης.
Παράλληλα, πολλοί ιδιώτες επενδυτές προχώρησαν σε ρευστοποίηση κερδών, καθώς είχαν αγοράσει το πολύτιμο μέταλλο σε πολύ χαμηλότερες τιμές.
Εκροές από τα επενδυτικά ταμεία
Τα ETFs που επενδύουν σε χρυσό, τα οποία είχαν συμβάλει αποφασιστικά στην εκρηκτική άνοδο της τιμής του την προηγούμενη διετία, καταγράφουν πλέον σχεδόν καθημερινές εκροές.
Οι μαζικές πωλήσεις μεριδίων αυξάνουν την προσφορά χρυσού στην αγορά και ενισχύουν τις πιέσεις στην τιμή του.
Αντίθετα, οι κεντρικές τράπεζες εξακολουθούν να αγοράζουν χρυσό, επιδιώκοντας να διαφοροποιήσουν τα συναλλαγματικά τους αποθέματα και να μειώσουν την εξάρτησή τους από το δολάριο.
Σύμφωνα με έρευνα του Παγκόσμιου Συμβουλίου Χρυσού, το 45% των κεντρικών τραπεζών εκτιμά ότι το ποσοστό του χρυσού στα αποθέματά του θα αυξηθεί μέσα στους επόμενους 12 μήνες.
Παράλληλα, το 74% θεωρεί ότι η συμμετοχή περιουσιακών στοιχείων σε δολάρια στα συναλλαγματικά αποθέματα θα περιοριστεί μέσα στην επόμενη πενταετία.
Το μάθημα από το παρελθόν
Η ιστορία δείχνει ότι ο χρυσός μπορεί να παραμένει για πολλά χρόνια χαμηλότερα από προηγούμενες κορυφές.
Μετά την εκτίναξη της τιμής του στα 680 δολάρια το 1980, ακολούθησε μια μακρά περίοδος κατά την οποία κινήθηκε σε σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα. Νέα ισχυρή άνοδος καταγράφηκε μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-2008, με την τιμή να ξεπερνά τα 1.860 δολάρια το 2011.
Ακολούθησαν και πάλι χρόνια υποχώρησης και στασιμότητας, μέχρι την πανδημία του κορωνοϊού, όταν ο χρυσός ξεπέρασε τα 2.000 δολάρια ανά ουγκιά.
Η πρόσφατη πτώση υπενθυμίζει ότι ο χρυσός δεν αποτελεί εγγυημένη βραχυπρόθεσμη επένδυση. Μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο προστασίας και διαφοροποίησης ενός χαρτοφυλακίου, αλλά απευθύνεται κυρίως σε επενδυτές με μακροπρόθεσμο ορίζοντα και αντοχή στις έντονες διακυμάνσεις.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

