Το gov.gr συγκεντρώνει άριστες κριτικές, αλλά η πραγματική πόλη παίρνει κάτω από τη βάση – Οι αρμοδιότητες αφαιρούνται από την Αυτοδιοίκηση και οι πολίτες αναζητούν ευθύνες στους δημάρχους
Η αξιολόγηση των δημόσιων υπηρεσιών από τους πολίτες δεν προκαλεί καμία έκπληξη. Το gov.gr βαθμολογείται με 8,3 στα 10, επειδή γλίτωσε εκατομμύρια ανθρώπους από ουρές, χαρτούρα, σφραγίδες και ατελείωτες επισκέψεις στα γκισέ.
Όταν, όμως, η αξιολόγηση εγκαταλείπει την οθόνη και κατεβαίνει στον δρόμο, η εικόνα καταρρέει.
Οι χώροι στάθμευσης βαθμολογούνται με 3,72, η κατάσταση των πεζοδρομίων με 3,74 και οι υποδομές για τα άτομα με αναπηρία με 3,94. Δηλαδή, κάτω από τη βάση σε όλα όσα καθορίζουν την καθημερινότητα μέσα σε μια πόλη.
Το μόνο παράδοξο είναι ότι οι πολίτες κατάφεραν να εντοπίσουν… πεζοδρόμια για να τα αξιολογήσουν.
Πεζοδρόμια μόνο στα χαρτιά
Στις περισσότερες ελληνικές πόλεις τα πεζοδρόμια δεν σχεδιάστηκαν για τους πεζούς. Μετατράπηκαν σε χώρους όπου τοποθετήθηκαν κολόνες, δέντρα, κάδοι, πινακίδες, τραπεζοκαθίσματα, μηχανάκια, καφάο και κάθε λογής εγκαταστάσεις που δεν χωρούσαν πουθενά αλλού.
Για έναν γονέα με παιδικό καρότσι, έναν ηλικιωμένο ή έναν πολίτη που κινείται με αναπηρικό αμαξίδιο, η μετακίνηση θυμίζει καθημερινή δοκιμασία επιβίωσης.
Στη Χαλκίδα δεν χρειάζεται καμία πανελλαδική έρευνα για να διαπιστώσει κανείς το πρόβλημα. Αρκεί να περπατήσει λίγα τετράγωνα. Στενά ή κατεστραμμένα πεζοδρόμια, εμπόδια, παράνομη στάθμευση, επικίνδυνα σημεία και διαδρομές που διακόπτονται ξαφνικά συνθέτουν μια πόλη η οποία παραμένει εχθρική προς τον πεζό.
Και όταν ο πολίτης σκοντάψει, εξοργίζεται δικαιολογημένα με τον δήμο. Μόνο που πίσω από αυτή την εικόνα υπάρχει και μια δεύτερη πραγματικότητα: ένα κεντρικό κράτος που ζητά από την Αυτοδιοίκηση να έχει την ευθύνη, αλλά όχι πάντοτε και την εξουσία.
Ο Δήμος Αλίμου ζήτησε σωστή αποκατάσταση – Το κράτος είπε «όχι»
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Δήμου Αλίμου. Η δημοτική αρχή επιχείρησε να θεσπίσει συγκεκριμένους κανόνες για τις εταιρείες ενέργειας, ύδρευσης και τηλεπικοινωνιών που σκάβουν τους δρόμους.
Ο κανονισμός δεν απαιτούσε κάτι εξωπραγματικό. Προέβλεπε ότι μετά την ολοκλήρωση των εργασιών δεν θα ρίχνονται απλώς μερικοί κουβάδες πίσσας πάνω στην τομή. Ζητούσε να ξύνεται σωστά το οδόστρωμα εκατέρωθεν, να ακολουθεί κανονική ασφαλτόστρωση και να χρησιμοποιείται μικρός οδοστρωτήρας, ώστε η αποκατάσταση να μην εξελίσσεται λίγους μήνες αργότερα σε λακκούβα, αυλάκι ή εξόγκωμα.
Με άλλα λόγια, ο δήμος απαίτησε από εκείνον που καταστρέφει τον δρόμο να τον παραδώσει όπως τον βρήκε.
Η Αποκεντρωμένη Διοίκηση ακύρωσε τον κανονισμό, κρίνοντας ότι οι δήμοι δεν μπορούν να θεσπίζουν ειδικούς κανόνες χωρίς προηγούμενη νομοθετική εξουσιοδότηση από την πολιτεία.
Το αποτέλεσμα είναι το γνωστό ελληνικό έργο: οι εταιρείες σκάβουν, αποκαθιστούν όπως τις συμφέρει οικονομικά, τα πρόχειρα μπαλώματα διαλύονται και ο πολίτης βρίζει τον δήμαρχο για τον κατεστραμμένο δρόμο.
Το κόστος της κακής αποκατάστασης δεν εξαφανίζεται. Απλώς μεταφέρεται στους δημότες, στα οχήματά τους και τελικά στον δημοτικό προϋπολογισμό.
Αυτοδιοίκηση χωρίς δικαίωμα να διοικεί
Αυτή είναι η μεγάλη ελληνική υποκρισία: αποκαλούμε τους δήμους «Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης», αλλά όταν προσπαθούν να επιβάλουν κανόνες ακόμη και για το κλείσιμο μιας τομής στην άσφαλτο, εμφανίζεται ο κρατικός χωροφύλακας.
Οι δήμοι έχουν, θεωρητικά, αυτοδιοίκητο. Στην πράξη, όμως, συχνά χρειάζονται την άδεια του κεντρικού κράτους ακόμη και για να προστατεύσουν τους δρόμους τους από τα κακότεχνα μπαλώματα.
Και φυσικά αυτό δεν απαλλάσσει τις δημοτικές αρχές από τις δικές τους ευθύνες. Υπάρχουν δήμοι που αδιαφορούν, δεν ελέγχουν, δεν συντηρούν και επικαλούνται μονίμως την έλλειψη προσωπικού και χρημάτων. Όμως δεν μπορεί η κυβέρνηση να αφαιρεί εργαλεία και αρμοδιότητες και στη συνέχεια να αφήνει την Αυτοδιοίκηση μόνη απέναντι στην αγανάκτηση των πολιτών.
Περισσότερα κτίρια, χωρίς περισσότερη πόλη
Το ίδιο μοντέλο εμφανίζεται και στη δόμηση. Ο Νέος Οικοδομικός Κανονισμός, που θεσπίστηκε με τον νόμο 4067/2012, έδωσε σειρά κινήτρων για μεγαλύτερα κτίρια και αξιοποίηση περισσότερων χώρων των οικοπέδων.
Εκείνο που δεν προχώρησε με την ίδια ταχύτητα ήταν οι αναγκαίες υποδομές: δρόμοι, αποχέτευση, σχολεία, ελεύθεροι χώροι, πράσινο, χώροι στάθμευσης και προσβάσιμα πεζοδρόμια.
Χτίζουμε περισσότερα τετραγωνικά, εγκαθιστούμε περισσότερους κατοίκους και αυτοκίνητα, αλλά διατηρούμε τις ίδιες στενές οδούς και τις ίδιες ανεπαρκείς υποδομές. Δεν αναπτύσσουμε πόλεις. Στοιβάζουμε κτίρια.
Την ίδια στιγμή βρίσκεται σε εξέλιξη η μεταφορά των διαδικασιών έκδοσης οικοδομικών αδειών και ελέγχου κατασκευών από τις δημοτικές Υπηρεσίες Δόμησης στον νέο Εθνικό Οργανισμό Κτηματολογίου και Ελέγχου Δόμησης. Οι δήμοι διατηρούν αρμοδιότητες τοπικού σχεδιασμού, αλλά ο κεντρικός έλεγχος της δόμησης ενισχύεται ακόμη περισσότερο. Η κυβερνητική παρουσίαση του νέου οργανισμού περιγράφει έναν ενιαίο, ψηφιακό φορέα για άδειες και ελέγχους.
Μένει να φανεί εάν η μεταρρύθμιση θα βάλει πραγματικά τάξη ή εάν θα απομακρύνει ακόμη περισσότερο τις κρίσιμες αποφάσεις από τις τοπικές κοινωνίες.
Το κράτος κάνει τη «δουλειά» και ο δήμαρχος ακούει τα παράπονα
Το κεντρικό κράτος καθορίζει τους κανόνες, εγκρίνει τη δόμηση, περιορίζει τις παρεμβάσεις των δήμων και ελέγχει τη νομιμότητα των αποφάσεών τους.
Ύστερα αφήνει τους δημάρχους να αντιμετωπίσουν τα κατεστραμμένα πεζοδρόμια, την κυκλοφοριακή ασφυξία, την έλλειψη στάθμευσης και την οργή των πολιτών.
Η λύση δεν είναι να δοθεί συγχωροχάρτι στην Αυτοδιοίκηση. Είναι να ξεκαθαριστούν επιτέλους οι ευθύνες. Όποιος έχει την αρμοδιότητα πρέπει να έχει και τους πόρους, το προσωπικό και τη δυνατότητα να επιβάλλει κανόνες. Και όποιος παίρνει τις αποφάσεις πρέπει να λογοδοτεί για τις συνέπειές τους.
Διαφορετικά θα συνεχίσουμε να διαθέτουμε ένα ψηφιακό κράτος που βαθμολογείται με 8,3 και πραγματικές πόλεις που μετά βίας πιάνουν το 4.
Θα εκδίδουμε ηλεκτρονικά πιστοποιητικά μέσα σε δύο λεπτά, αλλά θα κινδυνεύουμε να σπάσουμε το πόδι μας μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι.

