Η πυραυλική επίθεση του Ιράν κατά του Ισραήλ δεν προκάλεσε μόνο στρατιωτικό συναγερμό. Προκάλεσε και άμεσο οικονομικό σεισμό στις διεθνείς αγορές ενέργειας.
Με το άνοιγμα των αγορών τη Δευτέρα, οι τιμές του πετρελαίου εκτοξεύθηκαν πάνω από 3%, καθώς οι επενδυτές άρχισαν να τιμολογούν ξανά τον μεγάλο φόβο: μια γενικευμένη ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, σε μια περιοχή από την οποία περνά μεγάλο μέρος της παγκόσμιας ενεργειακής ασφάλειας.
Το Brent, ο διεθνής δείκτης αναφοράς για το αργό πετρέλαιο, κινήθηκε στα 96,15 δολάρια το βαρέλι, με άνοδο 3,29%. Το αμερικανικό WTI έφθασε στα 93,48 δολάρια, καταγράφοντας άνοδο 3,25%.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία: οι αγορές δεν αντιδρούν μόνο σε αυτό που έγινε. Αντιδρούν κυρίως σε αυτό που φοβούνται ότι μπορεί να ακολουθήσει.
Η ιρανική πυραυλική επίθεση κατά του Ισραήλ, ακόμη και αν σύμφωνα με την ισραηλινή πλευρά αναχαιτίστηκε επιτυχώς, άνοιξε έναν νέο κύκλο ανησυχίας. Διότι όταν το Ιράν και το Ισραήλ περνούν από τον πόλεμο δι’ αντιπροσώπων στην άμεση αντιπαράθεση, τότε η αγορά πετρελαίου δεν βλέπει απλώς ένα πολεμικό επεισόδιο. Βλέπει πιθανή απειλή στις θαλάσσιες οδούς, στις ενεργειακές ροές, στις ασφαλιστικές καλύψεις των δεξαμενόπλοιων και τελικά στην τιμή που πληρώνει ο πολίτης στο πρατήριο.
Για την Ελλάδα, το θέμα δεν είναι μακρινό. Κάθε διεθνής αναταραχή στο πετρέλαιο περνά σχεδόν αμέσως στην αντλία, στις μεταφορές, στο κόστος παραγωγής, στα τρόφιμα, στο ρεύμα, στην καθημερινότητα. Μια χώρα που ήδη πιέζεται από ακρίβεια, υψηλό κόστος ζωής και ενεργειακή εξάρτηση δεν έχει την πολυτέλεια να παρακολουθεί τις εξελίξεις σαν να είναι ξένο πρόβλημα.
Η Μέση Ανατολή ξαναδείχνει ότι η ενέργεια δεν είναι απλώς εμπόρευμα. Είναι γεωπολιτική ισχύς. Είναι πίεση. Είναι εργαλείο εκβιασμού. Είναι παράγοντας που μπορεί μέσα σε λίγες ώρες να αλλάξει τους υπολογισμούς κυβερνήσεων, επιχειρήσεων και νοικοκυριών.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο αν θα αποκλιμακωθεί η ένταση μεταξύ Ιράν και Ισραήλ. Το ερώτημα είναι ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό αν η σύγκρουση τραβήξει σε διάρκεια.
Και η απάντηση, όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα, είναι γνωστή: πρώτα οι πολίτες, μετά οι οικονομίες, και στο τέλος οι κυβερνήσεις που θα προσπαθούν να εξηγήσουν γιατί όλα έγιναν πάλι ακριβότερα.

