Η κατάθεση της Σπυριδούλας Παπαγιαννίδου, οι δηλώσεις του Άδωνι Γεωργιάδη και το ερώτημα που μπορεί να φτάσει μέχρι την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου
Υπάρχει ένα ερώτημα που το τραπεζικό και πολιτικό σύστημα αποφεύγει επί χρόνια να απαντήσει καθαρά:
Όταν η ζημιά από ένα μη εξυπηρετούμενο δάνειο έχει αναγνωριστεί, έχει καλυφθεί με προβλέψεις και το κεφαλαιακό κενό της τράπεζας έχει καλυφθεί μέσω ανακεφαλαιοποίησης, ποιος ακριβώς πλήρωσε τη ζημιά;
Και, κυρίως, γιατί ο απλός δανειολήπτης εξακολουθεί να πληρώνει το ίδιο δάνειο, μαζί με τόκους, ανατοκισμούς, έξοδα και προσαυξήσεις, υπό την απειλή κατασχέσεων και πλειστηριασμών;
Το ερώτημα δεν προέκυψε από κάποια θεωρία συνωμοσίας. Προκύπτει από δημόσιες καταθέσεις και δηλώσεις αρμοδίων.
Η κατάθεση του 2016
Τον Σεπτέμβριο του 2016 η τότε διευθύντρια Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος της Τράπεζας της Ελλάδος, Σπυριδούλα Παπαγιαννίδου, κατέθεσε στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής για τα δάνεια κομμάτων και μέσων ενημέρωσης.
Η συζήτηση αφορούσε συγκεκριμένο δάνειο της εφημερίδας «Κήρυκας Χανίων». Η κ. Παπαγιαννίδου εξήγησε ότι, μετά την παρέλευση 90 ημερών καθυστέρησης, ένα δάνειο χαρακτηρίζεται μη εξυπηρετούμενο και δημιουργεί ζημιά για την τράπεζα.
Η χαρακτηριστική της διατύπωση ήταν ότι πρόκειται για ζημιά που «πληρώθηκε από τον μέτοχο».
Όταν ο τότε βουλευτής Νεκτάριος Σαντορινιός συνέδεσε την κάλυψη αυτή με την ανακεφαλαιοποίηση και, κατά συνέπεια, με την επιβάρυνση του ελληνικού λαού, η απάντηση της μάρτυρος ήταν: «Βεβαίως».
Δεν είπε ότι ο δανειολήπτης απαλλάχθηκε νομικά από το χρέος. Επιβεβαίωσε, όμως, ότι η τραπεζική ζημιά είχε καλυφθεί κεφαλαιακά.
Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα ερωτήματα.
Η δήλωση Γεωργιάδη που άνοιξε ξανά τον φάκελο
Τον Μάιο του 2026 ο Άδωνις Γεωργιάδης, μιλώντας για τα τραπεζικά χρέη της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ, δήλωσε ότι «δεν μπορούν ποτέ να πληρωθούν, μόνο θα αυξάνονται».
Υποστήριξε, επίσης, ότι τα συγκεκριμένα δάνεια είχαν συμπεριληφθεί στις προβλέψεις των ανακεφαλαιοποιήσεων και ότι, για τις τράπεζες, δεν αποτελούν πλέον ζημιά, λέγοντας χαρακτηριστικά πως «τα έχουν εξοφλήσει, από την ανακεφαλαιοποίηση».
Πρόκειται για μια δήλωση με τεράστιο πολιτικό και κοινωνικό βάρος.
Γιατί όσα περιέγραψε ο υπουργός για τα έσοδα της Νέας Δημοκρατίας —ότι μειώθηκαν δραματικά, ότι οι τόκοι ξεπέρασαν τις οικονομικές δυνατότητες του κόμματος και ότι, παρά τις καταβολές, το χρέος συνέχισε να αυξάνεται— είναι ακριβώς όσα συνέβησαν σε εκατοντάδες χιλιάδες ελληνικά νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις.
Οι πολίτες έχασαν δουλειές, εισοδήματα και περιουσίες. Πλήρωσαν επί χρόνια δόσεις και τόκους. Πολλοί έχουν ήδη καταβάλει ποσά ίσα ή και μεγαλύτερα από το αρχικό κεφάλαιο, αλλά εξακολουθούν να εμφανίζονται χρεωμένοι.
Για τα κόμματα, όμως, ακούμε ότι η αποπληρωμή είναι αντικειμενικά αδύνατη και ότι οι τράπεζες έχουν ήδη καλύψει τη ζημιά τους.
Για τον πολίτη δεν υπάρχει η ίδια κατανόηση. Υπάρχουν τηλεφωνήματα, διαταγές πληρωμής, κατασχέσεις και πλειστηριασμοί.
Άλλο η τραπεζική ζημιά και άλλο η απόσβεση του χρέους
Εδώ χρειάζεται μία κρίσιμη διευκρίνιση.
Η πρόβλεψη, η απομείωση ή ακόμη και η λογιστική διαγραφή ενός δανείου από τον ισολογισμό της τράπεζας δεν σημαίνει αυτομάτως ότι έπαψε να υπάρχει η νομική απαίτηση απέναντι στον δανειολήπτη.
Η ανακεφαλαιοποίηση κάλυψε κεφαλαιακές τρύπες των τραπεζών. Δεν κατέβαλε τη δόση στο όνομα του οφειλέτη ούτε του χορήγησε απόδειξη εξόφλησης.
Αυτή είναι η νομική απάντηση που αναμένεται να προβληθεί από τις τράπεζες και τους διαχειριστές απαιτήσεων.
Δεν αρκεί, όμως, ως πολιτική και κοινωνική απάντηση.
Διότι, αν η ζημιά καλύφθηκε με δημόσιο χρήμα, αν σχηματίστηκαν προβλέψεις, αν η απαίτηση απομειώθηκε ή μεταβιβάστηκε έναντι χαμηλότερου τιμήματος, τότε ο πολίτης δικαιούται να γνωρίζει ολόκληρη τη διαδρομή του δανείου του.
Πόσο κεφάλαιο έλαβε; Πόσα έχει πληρώσει; Πόσοι τόκοι προστέθηκαν; Ποια ζημιά καταγράφηκε; Πόσο καλύφθηκε κεφαλαιακά; Σε ποια τιμή μεταβιβάστηκε η απαίτηση; Ποιος είναι σήμερα ο πραγματικός δικαιούχος και πώς προκύπτει το ποσό που απαιτεί;
Δεν μπορεί το ρίσκο να κοινωνικοποιείται και το κέρδος να παραμένει ιδιωτικό.
Δεν μπορεί ο φορολογούμενος να στηρίζει τις τράπεζες ως πολίτης και, ταυτόχρονα, να καταδιώκεται ως δανειολήπτης, χωρίς να του παρουσιάζεται ένας πλήρης και διαφανής λογαριασμός.
Το ερώτημα προς τον Άρειο Πάγο
Πολίτες με εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις δηλώνουν αποφασισμένοι να θέσουν το ζήτημα μέχρι την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Η Ολομέλεια, βεβαίως, δεν επιλαμβάνεται μιας αφηρημένης ερώτησης επειδή αυτή υποβάλλεται δημόσια. Χρειάζεται συγκεκριμένη εκκρεμής υπόθεση, νόμιμο ένδικο μέσο και παραπομπή ενός ζητήματος γενικότερου ενδιαφέροντος ή αναγκαίου για την ενότητα της νομολογίας.
Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, πρέπει να τεθεί μέσα από συγκεκριμένα στοιχεία:
Μπορεί να απαιτείται ολόκληρη μια οφειλή χωρίς να αποκαλύπτεται στον δικαστή η πλήρης λογιστική και οικονομική πορεία της;
Μπορούν να αποκρύπτονται οι προβλέψεις, οι απομειώσεις, το τίμημα μεταβίβασης και τα ποσά που έχουν ήδη ανακτηθεί;
Υπάρχει περίπτωση πολλαπλής οικονομικής ικανοποίησης γύρω από την ίδια απαίτηση και, αν υπάρχει, πώς ελέγχεται;
Και γιατί όσα παρουσιάζονται ως αυτονόητη οικονομική πραγματικότητα για τα χρέη των κομμάτων δεν εξετάζονται με την ίδια λογική για τα χρέη των πολιτών;
Ο δανειολήπτης δεν ζητά χάρη. Δεν ζητά να εξαφανιστούν αυθαίρετα οι νόμιμες υποχρεώσεις του.
Ζητά διαφάνεια, ισονομία και έναν πραγματικό λογαριασμό.
Να μάθει ποιος πλήρωσε, πόσο πλήρωσε, ποιος εισέπραξε και τι ακριβώς απομένει.
Γιατί, όταν οι τράπεζες κινδύνευσαν, κλήθηκε να πληρώσει ο ελληνικός λαός. Όταν, όμως, κινδύνευσε ο ίδιος ο πολίτης, το σύστημα του απάντησε ότι τα χρέη δεν ξεχνιούνται ποτέ.
Εκτός, όπως φαίνεται, αν ο οφειλέτης είναι αρκετά ισχυρός.

