Υπάρχουν στιγμές που η πολιτική ανεπάρκεια δεν χρειάζεται αντιπολίτευση για να αποκαλυφθεί. Αρκεί μια ημερομηνία.
Στην περίπτωση του προγράμματος «Προλαμβάνω» για την παχυσαρκία, αυτή η ημερομηνία ήταν η 30ή Ιουνίου 2026.
Μέχρι τότε, όλα καλά.
Δελτία Τύπου, ανακοινώσεις, φωτογραφίες, μεγάλα λόγια για πρόληψη, δημόσια υγεία, δωρεάν φάρμακα, στήριξη των πολιτών και οργανωμένο κράτος.
Από την 1η Ιουλίου;
Σιωπή, αμηχανία και χιλιάδες άνθρωποι στον αέρα.
Το πρόγραμμα που παρουσιάστηκε ως σοβαρή παρέμβαση δημόσιας υγείας, σταμάτησε επειδή ολοκληρώθηκε ο κύκλος χρηματοδότησης από το Ταμείο Ανάκαμψης. Δηλαδή το κράτος ξεκίνησε μια θεραπευτική διαδικασία για ανθρώπους με σοβαρό πρόβλημα υγείας, χωρίς να έχει εξασφαλίσει ομαλή συνέχεια.
Αυτό δεν είναι πρόληψη.
Είναι κυβερνητική προχειρότητα με περιτύλιγμα επικοινωνίας.
Πάνω από 43.000 πολίτες που είχαν ενταχθεί στη δράση βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα απίστευτο δίλημμα: είτε να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη για φάρμακα υψηλού κόστους είτε να διακόψουν μια θεραπεία που ξεκίνησαν με κρατική προτροπή.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία.
Η παχυσαρκία δεν είναι επικοινωνιακή καμπάνια.
Δεν είναι banner σε κυβερνητική ιστοσελίδα.
Δεν είναι πρόγραμμα που το ανοίγεις, το φωτογραφίζεις, το διαφημίζεις και μετά το κλείνεις σαν περίπτερο στο τέλος της σεζόν.
Είναι χρόνια νόσος.
Αφορά ανθρώπους.
Αφορά οικογένειες.
Αφορά κινδύνους για την καρδιά, τον διαβήτη, την καθημερινότητα, την ποιότητα ζωής.
Όταν λοιπόν ένα υπουργείο ξεκινά ένα τέτοιο πρόγραμμα, έχει υποχρέωση να γνωρίζει από πριν τι θα γίνει μετά. Δεν γίνεται να θυμάται στο τέλος Ιουνίου ότι «τελειώνει το Ταμείο Ανάκαμψης». Δεν γίνεται να αφήνει τους πολίτες να περιμένουν αν θα εγκριθεί παράταση. Δεν γίνεται να μετατρέπει την υγεία σε διοικητικό εκκρεμές ανάμεσα στις Βρυξέλλες, στο υπουργείο και στην ΗΔΙΚΑ.
Το πιο εξοργιστικό είναι ότι όλα αυτά γίνονται από μια κυβέρνηση που αυτοδιαφημίζεται ως «επιτελική».
Επιτελικό κράτος, λέει.
Μόνο που εδώ δεν μιλάμε για επιτελικότητα. Μιλάμε για ένα κράτος που δεν μπορεί να οργανώσει ούτε τη γέφυρα ανάμεσα στον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο.
Διότι αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα:
Αν ήξεραν ότι η νέα φάση θα ξεκινήσει από τον Σεπτέμβριο, γιατί δεν εξασφάλισαν από πριν τη συνέχιση για όσους ήδη λάμβαναν θεραπεία;
Γιατί δεν υπήρξε μεταβατική πρόβλεψη;
Γιατί έπρεπε πρώτα να προκληθεί αναστάτωση και μετά να αρχίσουν οι διαβεβαιώσεις;
Η απάντηση είναι απλή και πικρή: γιατί για άλλη μια φορά η επικοινωνία προηγήθηκε της οργάνωσης.
Η αναπληρώτρια υπουργός Υγείας, Ειρήνη Αγαπηδάκη, χρεώνεται πολιτικά αυτή την εικόνα. Όχι επειδή ένα πρόγραμμα έχει ημερομηνία λήξης. Αυτό μπορεί να συμβεί σε κάθε χρηματοδοτούμενη δράση. Αλλά επειδή όταν μιλάμε για ανθρώπους που έχουν ξεκινήσει αγωγή, η λήξη της χρηματοδότησης δεν μπορεί να σημαίνει λήξη της φροντίδας.
Υπουργείο Υγείας δεν σημαίνει απλώς ανακοινώνω.
Σημαίνει προβλέπω.
Σημαίνει οργανώνω.
Σημαίνει δεν αφήνω ασθενείς ξεκρέμαστους.
Η κυβέρνηση προσπάθησε να πουλήσει το «Προλαμβάνω» ως απόδειξη κοινωνικής ευαισθησίας. Τώρα κινδυνεύει να μείνει στη μνήμη των πολιτών ως ακόμη ένα παράδειγμα κρατικής ανευθυνότητας: ένα πρόγραμμα που άνοιξε αργά, διαφημίστηκε πολύ και σταμάτησε απότομα.
Και όταν ο πολίτης αναγκάζεται να επιλέξει ανάμεσα στην υγεία του και στην τσέπη του, τότε δεν έχουμε απλώς αστοχία.
Έχουμε αποτυχία πολιτικής.
Η δημόσια υγεία δεν μπορεί να λειτουργεί με ημερομηνία λήξης.
Οι ασθενείς δεν είναι λογιστική υποσημείωση στο Ταμείο Ανάκαμψης.
Και η πρόληψη δεν γίνεται με SMS, δελτία Τύπου και μετά… βλέπουμε από Σεπτέμβριο.
Αν αυτό είναι το «επιτελικό κράτος», τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο η διακοπή του προγράμματος.
Το πρόβλημα είναι ότι κάποιοι θεωρούν φυσιολογικό να παίζουν με την αγωνία χιλιάδων ανθρώπων και να το βαφτίζουν διαχείριση.
Όχι.
Αυτό λέγεται ανευθυνότητα.
Και στην υγεία, η ανευθυνότητα πληρώνεται πάντα από τον πολίτη.

