Σαράντα σβέρκοι ξάπλωσαν στὰ μαλακὰ σαλονάκια,
φάτνες γεμάτες κρέατα, ποτήρια μὲ κρασάκια·
λαδωμένοι, χοντροκώληδες, μὲ στόμφο καμαρώνουν,
καὶ τὸ λαό ποὺ πνίγεται τὸν δείχνουνε καὶ σιχτιρίζουν.
Σαράντα λύκοι στὴ βουλή, φορᾶνε προβατίνα,
μιλοῦν γιὰ «πατριωτισμό» καὶ «θυσία» κάθε μήνα·
μα ὁ καθένας τρώει γουρουνόπουλο καὶ μπόνους,
καθένας βάζει στὴν τσέπη του μισθούς καὶ προμηθεῖες.
Κι ὁ κόσμος ὅξω σκούζει: «Ψωμὶ, δουλειὰ, ζεστὴ κουβέρτα»,
μα τὰ νοίκια φλέγονται, τὸ ρεύμα καταπίνει·
παιδιά μὲ τρύπια παπούτσια, μανάδες μὲ δάκρυ στο μάτι,
γερόντοι ποὺ μετροῦν τὰ κέρματα μὲ τρέμουλο.
Καὶ ἀπὸ ψηλὰ τὰ μπαλκόνια, οἱ χορτάτοι νοικοκυραίοι,
ἀνοίγουν τὰ παράθυρα καὶ κράζουν στὸ κοπάδι:
«Φταίτε ποὺ πεινᾶτε, φταίτε ποὺ ξεπαγιάζετε,
φταίτε ποὺ δε μας προσκυνᾶτε — ἄθεοι, τεμπέληδες!»
👉 Εδώ η σάτιρα είναι πιο ωμή και ξεκάθαρη:
- οι «σβέρκοι» γίνονται οι βολεμένοι πολιτικοί στα σαλονάκια,
- οι «λύκοι» είναι οι βουλευτές με τα παχιά λόγια,
- ο λαός φαίνεται ρημαγμένος απ’ τα βάρη,
- κι οι «νοικοκυραίοι» της εξουσίας κατηγορούν τα θύματα.

