Η κυβέρνηση πανηγυρίζει ότι μειώνει το χρέος. Το κρίσιμο ερώτημα όμως είναι άλλο: μειώνει το βάρος για τη χώρα ή απλώς ανταλλάσσει φθηνό, μακρύ και προστατευμένο χρέος με ακριβότερο δανεισμό αγοράς;
Η δήλωση Πιερρακάκη στο Reuters ότι η Ελλάδα θα προχωρήσει τον Ιούνιο σε πρόωρη αποπληρωμή χρέους ύψους 6,9 δισ. ευρώ παρουσιάστηκε ως απόδειξη «δημοσιονομικής ισχύος». Σύμφωνα με το Υπουργείο Οικονομικών, η αποπληρωμή αφορά μέρος των πρώτων δανείων διάσωσης από ευρωπαϊκές χώρες και εντάσσεται στη στρατηγική μείωσης του χρέους κοντά στο 130% του ΑΕΠ το 2027.
Μόνο που πίσω από το επικοινωνιακό χειροκρότημα υπάρχει ένα ενοχλητικό ερώτημα: ποιο χρέος αποπληρώνουμε και με τι κόστος το αντικαθιστούμε;
Η Ελλάδα βγήκε στις αγορές τον Ιανουάριο και άντλησε 4 δισ. ευρώ με νέο 10ετές ομόλογο, με τιμολόγηση γύρω από το 3,46%, ενώ σήμερα η απόδοση του ελληνικού 10ετούς κινείται περίπου στο 3,81%. Την ίδια ώρα, τα παλαιά δάνεια διάσωσης έχουν μακρές διάρκειες, ειδικό καθεστώς και, μετά τη διαχείριση επιτοκιακού κινδύνου, αποτελούσαν από τα πιο «άνετα» κομμάτια του ελληνικού χρέους.
Άρα η απορία είναι απλή: γιατί να προπληρώνεις το φθηνότερο και μακρύτερο χρέος, όταν το νέο χρήμα που σηκώνεις από την αγορά είναι ακριβότερο;
Εδώ δεν μιλάμε για νοικοκύρεμα. Μιλάμε για πολιτική βιτρίνας. Για μια κυβέρνηση που θέλει να δείξει στους οίκους αξιολόγησης και στους επενδυτές ότι «τρέχει μπροστά», αλλά δεν εξηγεί στον φορολογούμενο αν η πράξη αυτή βελτιώνει πραγματικά το καθαρό κόστος εξυπηρέτησης του χρέους.
Διότι η μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ δεν είναι από μόνη της απάντηση. Αν αποπληρώνεις πρόωρα φθηνό χρέος και την ίδια ώρα δανείζεσαι ακριβότερα, τότε η χώρα μπορεί να κερδίζει τίτλους στις αγορές, αλλά να χάνει ουσία στο ταμείο.
Και όλα αυτά σε ένα διεθνές περιβάλλον που μυρίζει πίεση. Το Reuters καταγράφει άνοδο του κόστους μακροπρόθεσμου δανεισμού στις μεγάλες οικονομίες, με τις αποδόσεις μακρών ομολόγων της G7 στα υψηλότερα επίπεδα άνω των δύο δεκαετιών, λόγω πληθωρισμού, γεωπολιτικής αβεβαιότητας, ενεργειακών κινδύνων και μειωμένης ζήτησης για μακρά ομόλογα.
Με απλά λόγια: τώρα που το διεθνές χρήμα ακριβαίνει, τώρα που η ρευστότητα σφίγγει, τώρα που οι αγορές γίνονται πιο νευρικές, η Ελλάδα επιλέγει να κάψει πολύτιμο δημοσιονομικό και ταμειακό χώρο για να προπληρώσει δάνεια που δεν την πίεζαν άμεσα.
Αυτό δεν είναι αυτονόητη οικονομική αρετή. Είναι επιλογή που χρειάζεται εξήγηση.
Η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει καθαρά:
Ποιο είναι το πραγματικό επιτοκιακό όφελος;
Ποιο είναι το κόστος ευκαιρίας;
Πόσο από το ποσό προέρχεται από ταμειακά διαθέσιμα και πόσο συνδέεται με νέο δανεισμό;
Γιατί προτεραιοποιείται η πρόωρη αποπληρωμή αντί για αναπτυξιακές, κοινωνικές ή παραγωγικές ανάγκες;
Και κυρίως: ποιος πληρώνει τελικά τη διαφορά ανάμεσα στο φθηνό παλιό χρέος και στο ακριβότερο νέο χρήμα;
Γιατί αν η απάντηση είναι «το κάνουμε για το μήνυμα στις αγορές», τότε ας ειπωθεί καθαρά: δεν πρόκειται για οικονομική στρατηγική υπέρ της κοινωνίας. Πρόκειται για πολιτικό σήμα προς τους δανειστές.
Και σε μια χώρα που πλήρωσε με μισθούς, συντάξεις, φόρους και υποθηκευμένη δημόσια περιουσία την κρίση χρέους, το τελευταίο που χρειάζεται είναι νέα πανηγύρια πάνω σε λογιστικές εντυπώσεις.
Το χρέος δεν είναι επικοινωνιακό παιχνίδι. Είναι εθνικός λογαριασμός. Και όταν αποπληρώνεις φθηνά δάνεια με ακριβότερο χρήμα, δεν κάνεις θαύμα. Κάνεις πολιτική παράσταση με κόστος.

