Χρειάστηκε να φτάσουμε στο σημείο να καταρρέουν οι πληθυσμοί των επικονιαστών για να παραδεχτεί επιτέλους το κράτος ότι κάτι σάπιο υπάρχει στο μοντέλο “ανάπτυξης” που επέβαλε στη γη, στην ύπαιθρο και στο φυσικό περιβάλλον.
Το πρώτο ελληνικό σχέδιο δράσης για μέλισσες, πεταλούδες και λοιπούς επικονιαστές δεν είναι απλώς μια οικολογική πρωτοβουλία. Είναι έμμεση ομολογία ότι επί χρόνια το ελληνικό κράτος, η αγροτική πρακτική και η διαχείριση της φύσης λειτούργησαν σαν μηχανή φθοράς απέναντι στους πιο κρίσιμους οργανισμούς για τη ζωή.
Η φύση δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο
Οι επικονιαστές δεν είναι μια “χαριτωμένη” υποσημείωση της οικολογίας. Είναι ο αόρατος στρατός που κρατά όρθια την αναπαραγωγή των φυτών, τη βιοποικιλότητα, τη γεωργία και τελικά την τροφή που φτάνει στο τραπέζι μας.
Και όμως, αντιμετωπίστηκαν σαν να είναι δεδομένοι.
Σαν να υπάρχει πάντα κάποια αόρατη εφεδρεία στη φύση που θα απορροφήσει κάθε ζημιά, κάθε ράντισμα, κάθε ξεπάτωμα, κάθε εργολαβική “τακτοποίηση” του τοπίου.
Η αλήθεια είναι απλή: χωρίς επικονιαστές, δεν απειλείται μόνο η άγρια ζωή. Απειλείται η ίδια η παραγωγική βάση της χώρας.
Φυτοφάρμακα, “καθαρισμοί” και γεωργία χωρίς όρια
Η κρίση των επικονιαστών δεν έπεσε από τον ουρανό. Είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών και συγκεκριμένων πρακτικών.
Τα φυτοφάρμακα δηλητηριάζουν.
Η εντατική γεωργία ερημοποιεί το τοπίο.
Οι ζώνες με αγριολούλουδα εξαφανίζονται.
Οι φωλιές καταστρέφονται.
Και στο τέλος έρχεται η γνωστή ελληνική λογική του “ξυρίζουμε τα πάντα” στο όνομα της τάξης, της πρόληψης ή της διαχείρισης.
Έτσι, όμως, δεν προστατεύεις τη φύση. Την απονεκρώνεις.
Όταν καθαρίζεις οριζόντια, βίαια και χωρίς οικολογικό σχέδιο, δεν φτιάχνεις ασφαλέστερα τοπία. Δημιουργείς βουβά τοπία, φτωχά, άδεια, αποστειρωμένα από ζωή.
Η δύσκολη αλήθεια που κανείς δεν ήθελε να αγγίξει
Υπάρχει όμως και μια ακόμα αλήθεια που ενοχλεί: η ανεξέλεγκτη μελισσοκομία δεν είναι αυτομάτως φιλοπεριβαλλοντική πρακτική.
Η κοινή μέλισσα είναι ένας πανίσχυρος ανταγωνιστής. Όταν οι κυψέλες τοποθετούνται παντού, χωρίς χωροταξικό έλεγχο, χωρίς επιστημονικά όρια και χωρίς εκτίμηση της φέρουσας ικανότητας κάθε περιοχής, οι άγριοι επικονιαστές πιέζονται, εκτοπίζονται και σε ορισμένες περιπτώσεις εξαφανίζονται.
Αυτό δεν είναι αντικείμενο ιδεολογίας. Είναι ζήτημα οικολογικής ισορροπίας.
Κανείς δεν λέει να χτυπηθεί η μελισσοκομία.
Αλλά είναι άλλο πράγμα η παραγωγή και άλλο η ασυδοσία βαφτισμένη “αγάπη για τη φύση”.
Όταν δεν μπαίνουν κανόνες, τελικά χάνει και η άγρια ζωή και η ίδια η μελισσοκομία μακροπρόθεσμα.
Η Ελλάδα έκανε αυτό που κάνει σχεδόν πάντα: πρώτα άφησε το πρόβλημα να γιγαντωθεί και μετά ανακάλυψε την ανάγκη για “σχέδιο δράσης”.
Πρώτα δηλητηρίασε, ισοπέδωσε, ξερίζωσε, υπερεκμεταλλεύτηκε. Και τώρα παριστάνει ότι διαβουλεύεται για τη σωτηρία όσων η ίδια οδήγησε στο χείλος.
Ας το πούμε καθαρά:
όταν ένα κράτος επιτρέπει να συντρίβονται οι επικονιαστές, δεν αποτυγχάνει μόνο περιβαλλοντικά. Αποτυγχάνει πολιτικά, παραγωγικά και ηθικά.
Γιατί μια χώρα που εξοντώνει τους οργανισμούς που γονιμοποιούν τη ζωή, στην πραγματικότητα υπογράφει μόνη της το συμβόλαιο της παρακμής της.

