Ο πόλεμος στο Ιράν δεν είναι μια «μακρινή» σύγκρουση που αφορά μόνο τη Μέση Ανατολή. Είναι ένας μηχανισμός αποσταθεροποίησης με άμεσες συνέπειες στην ενέργεια, στο εμπόριο, στον πληθωρισμό, στα επιτόκια και τελικά στην καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών. Όποιος αντιμετωπίζει αυτή την κρίση ως ένα ακόμα περιφερειακό επεισόδιο, απλώς αρνείται να δει πώς λειτουργεί η παγκόσμια οικονομία.
Το πρώτο σοκ έρχεται πάντα από την ενέργεια. Το Ιράν δεν είναι μια ασήμαντη χώρα στον παγκόσμιο χάρτη· είναι κομβικός παίκτης σε μια περιοχή από την οποία περνούν κρίσιμες ενεργειακές ροές. Όταν ανοίγει πολεμικό μέτωπο εκεί, δεν αυξάνεται μόνο ο φόβος. Αυξάνεται το κόστος. Και όταν αυξάνεται το κόστος της ενέργειας, όλη η αλυσίδα τραντάζεται: μεταφορές, βιομηχανία, τρόφιμα, λιανεμπόριο, υπηρεσίες.
Αν η σύγκρουση είναι σύντομη, οι επιπτώσεις μπορεί να είναι ισχυρές αλλά πρόσκαιρες. Αν όμως παραταθεί, τότε η κρίση αλλάζει χαρακτήρα. Δεν μιλάμε πια για μια απλή χρηματιστηριακή νευρικότητα, αλλά για τη γέννηση ενός νέου κύματος πληθωρισμού. Και αυτό είναι το πιο ύπουλο χτύπημα: γιατί έρχεται τη στιγμή που πολλές οικονομίες δεν έχουν καν ανακτήσει πλήρως την ισορροπία τους από τις προηγούμενες αναταράξεις.
Η Ευρώπη είναι από τους πιο εκτεθειμένους κρίκους. Πιο ευάλωτη ενεργειακά, πιο εξαρτημένη από εξωτερικές ροές, πιο εύθραυστη πολιτικά απέναντι σε νέες ανατιμήσεις. Για τις ευρωπαϊκές οικονομίες, ένας παρατεταμένος πόλεμος στο Ιράν σημαίνει πιο ακριβή ενέργεια, μεγαλύτερη πίεση στην παραγωγή και νέα επιβάρυνση για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Με απλά λόγια: λιγότερη ανάπτυξη και ακριβότερη ζωή.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μένουν αλώβητες. Μπορεί να έχουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, αλλά μια μακρά πολεμική εμπλοκή παράγει πληθωριστικές πιέσεις, δημοσιονομική επιβάρυνση και αναστάτωση στις αγορές. Η εικόνα είναι γνώριμη: οι πολεμικές δαπάνες εκτοξεύονται, οι επενδυτές τρέχουν σε ασφαλή καταφύγια, η αβεβαιότητα φρενάρει την παραγωγική οικονομία και η νομισματική πολιτική εγκλωβίζεται.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η δεύτερη μεγάλη παγίδα: τα επιτόκια. Όταν η ενέργεια ακριβαίνει, ο πληθωρισμός επιστρέφει από το παράθυρο. Και όταν ο πληθωρισμός επιστρέφει, οι κεντρικές τράπεζες δεν μπορούν εύκολα να μειώσουν τα επιτόκια. Αυτό σημαίνει ακριβότερο χρήμα για όλους. Για τα κράτη που δανείζονται. Για τις επιχειρήσεις που επενδύουν. Για τους πολίτες που πληρώνουν στεγαστικά, κάρτες και δάνεια. Ο πόλεμος, δηλαδή, δεν μένει στο πεδίο των μαχών· εισβάλλει στα ταμεία, στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς και στις πραγματικές οικονομίες.
Οι αγορές επίσης δίνουν το δικό τους σήμα. Σε μια σύντομη σύγκρουση, οι διορθώσεις μπορεί να απορροφηθούν. Σε μια παρατεταμένη κρίση, όμως, αρχίζει η συστηματική αναδιάταξη: πιέσεις σε τράπεζες, τεχνολογία και περιφερειακές αγορές, ενίσχυση της ενέργειας, της αμυντικής βιομηχανίας και του δολαρίου. Με άλλα λόγια, ο πόλεμος δεν παράγει μόνο απώλειες. Παράγει και κερδισμένους. Και αυτό αποκαλύπτει, για ακόμη μία φορά, τον κυνισμό του παγκόσμιου συστήματος.
Το πιο ανησυχητικό σενάριο δεν είναι μόνο η αύξηση της τιμής του πετρελαίου. Είναι η ταυτόχρονη ενεργοποίηση πολλών αρνητικών μηχανισμών: ακριβή ενέργεια, ακριβές μεταφορές, επίμονος πληθωρισμός, παγωμένες μειώσεις επιτοκίων, ισχυρότερο δολάριο, ασθενέστερα νομίσματα στην περιφέρεια και αυξανόμενος φόβος ύφεσης. Τότε η κρίση δεν είναι πια περιφερειακή. Γίνεται παγκόσμια.
Ας σταματήσουμε λοιπόν να βλέπουμε τον πόλεμο μόνο ως στρατιωτικό γεγονός. Είναι οικονομικό σοκ, κοινωνική απειλή και πολιτικός επιταχυντής αποσταθεροποίησης. Και όσο περισσότερο διαρκεί, τόσο πιο ακριβό θα γίνεται το τίμημα για τους λαούς και τόσο πιο κερδοφόρα η καταστροφή για όσους ποντάρουν πάνω της.
Στον σύγχρονο κόσμο, ο πόλεμος δεν καίει μόνο πόλεις — καίει μισθούς, αποταμιεύσεις, αγορές και το ίδιο το δικαίωμα των κοινωνιών να ζουν χωρίς τον εκβιασμό της διαρκούς κρίσης.

