Τελικά στην πολιτική δεν αλλάζουν μόνο οι συσχετισμοί. Αλλάζουν και οι χαρακτηρισμοί. Αλλάζει και το ύφος. Αλλάζει και η «ευγένεια», όταν αρχίζει να τρίζει η καρέκλα.
Πριν από λίγες εβδομάδες, ο Άδωνις Γεωργιάδης έβλεπε στον Αλέξη Τσίπρα «λάμψη», πολιτικό ταλέντο και έναν αντίπαλο που δεν θα ήθελε απέναντί του όσο τον Νίκο Ανδρουλάκη. Ήταν τότε η εποχή της ψυχραιμίας, της ανάλυσης, του δήθεν πολιτικού ζεν.
Και ξαφνικά;
Ο Τσίπρας από πολιτικός με «λάμψη» έγινε ο απόλυτος εχθρός. Ο βολικός αντίπαλος έγινε απειλή. Η πολιτική εκτίμηση έγινε κραυγή. Η ευγένεια εξαφανίστηκε και στη θέση της εμφανίστηκε το γνωστό τηλεοπτικό ύφος: ένταση, φωνές, χαρακτηρισμοί και μια προσπάθεια να καλυφθεί ο πολιτικός φόβος με θόρυβο.
Γιατί αυτό είναι το πραγματικό ζήτημα. Όχι αν αγαπά ή μισεί ο Άδωνις τον Τσίπρα. Το ζήτημα είναι πόσο εύκολα αλλάζει αφήγημα όταν αλλάζει το πολιτικό σκηνικό. Όταν ο αντίπαλος μοιάζει διαχειρίσιμος, του αναγνωρίζεις «λάμψη». Όταν αρχίζει να σε απειλεί πολιτικά, τον φορτώνεις με όλο το λεξιλόγιο της οργής.
Αλλά ο κόσμος δεν φοβάται πια τις φωνές. Ούτε τις θεατρικές εκρήξεις. Ούτε τα τηλεοπτικά ξεσπάσματα. Τα έχει δει όλα. Τα έχει ακούσει όλα. Και κυρίως έχει κουραστεί από πολιτικούς που νομίζουν ότι η ένταση είναι επιχείρημα και ότι η φασαρία είναι δύναμη.
Η πολιτική δεν είναι πάγκος κραυγών. Δεν είναι διαγωνισμός ποιος θα φωνάξει δυνατότερα. Δεν είναι παράσταση για να καλύπτονται οι αντιφάσεις. Είναι ευθύνη, συνέπεια και μέτρο. Και όταν ένας υπουργός αλλάζει τόσο γρήγορα γραμμή, δεν εκθέτει μόνο τον εαυτό του. Εκθέτει και την κυβέρνηση που τον κρατάει στην πρώτη γραμμή.
Ο Άδωνις Γεωργιάδης θέλει να εμφανίζεται ως μαχητής. Όμως άλλο μαχητής και άλλο πολιτικός πανικός με μικρόφωνο. Άλλο αντιπαράθεση και άλλο νευρική κρίση σε δημόσια θέα.
Και κάτι τελευταίο: κανείς δεν σε φοβάται όταν φωνάζεις. Αντίθετα, όταν φωνάζεις τόσο πολύ, δείχνεις ότι κάτι φοβάσαι εσύ.
Γιατί τα πράγματα αλλάζουν, Άδωνι. Και όταν αλλάζουν, μερικοί χάνουν πρώτα την ψυχραιμία τους. Μετά χάνουν το αφήγημα. Και στο τέλος χάνουν και την καρέκλα.

