Μετέφερε στη Μόσχα τη Δεξιά Χείρα του Αγίου Σπυρίδωνος και αντάλλαξε ανώτατες τιμητικές διακρίσεις με τον Ρώσο Πατριάρχη – Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι ακριβώς γνώριζε και είχε εγκρίνει η Ιερά Σύνοδος
Μία επίσκεψη που παρουσιάστηκε ως προσκυνηματική αποστολή εξελίχθηκε σε πράξη με βαρύ εκκλησιαστικό και γεωπολιτικό συμβολισμό.
Ο μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων Νεκτάριος μετέβη στη Μόσχα, επικεφαλής αντιπροσωπείας της Μητρόπολης, μεταφέροντας τη Δεξιά Χείρα του Αγίου Σπυρίδωνος για προσκύνημα.
Δεν περιορίστηκε, όμως, στην παράδοση του ιερού κειμηλίου.
Συλλειτούργησε με τον Πατριάρχη Μόσχας Κύριλλο, τον επαίνεσε δημοσίως, τον συνέκρινε με τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο και του απένειμε την υψηλότερη διάκριση της Μητρόπολης Κερκύρας.
Όλα αυτά την ώρα που ο Ρώσος Πατριάρχης έχει παύσει να μνημονεύει τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Ιερώνυμο, εξαιτίας της αναγνώρισης της Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας από την Εκκλησία της Ελλάδος.
Το ζήτημα, επομένως, δεν αφορά μόνο μία επίσκεψη ή μία θρησκευτική τελετή. Αφορά το εάν ένας μητροπολίτης μπορεί να κινείται έξω από την επίσημη συνοδική γραμμή και να προσφέρει στη Μόσχα την εικόνα ότι η Εκκλησία της Ελλάδος εμφανίζεται διχασμένη στο Ουκρανικό.
Από το προσκύνημα στο συλλείτουργο
Η ελληνική αντιπροσωπεία έφτασε στη Μόσχα στις 17 Αυγούστου.
Το βράδυ της επομένης, στον Καθεδρικό Ναό του Χριστού Σωτήρος, ο Πατριάρχης Κύριλλος υποδέχθηκε επίσημα τη λειψανοθήκη με τη Δεξιά Χείρα του Αγίου Σπυρίδωνος, την οποία του παρέδωσε ο μητροπολίτης Νεκτάριος.
Στις 19 Αυγούστου ακολούθησε η Θεία Λειτουργία για την εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Στο επίσημο ανακοινωθέν του Πατριαρχείου Μόσχας ο μητροπολίτης Κερκύρας καταγράφεται ανάμεσα στους ιεράρχες που συλλειτούργησαν με τον Κύριλλο.
Αυτό είναι και το σημείο που προκαλεί τις σοβαρότερες αντιδράσεις.
Δεν επρόκειτο απλώς για την παρουσία ενός Έλληνα ιεράρχη σε έναν ναό ή για την παράδοση ενός κειμηλίου στους Ρώσους πιστούς. Υπήρξε πλήρης λειτουργική συμπροσευχή με έναν προκαθήμενο που δεν μνημονεύει τον προκαθήμενο της Εκκλησίας στην οποία ανήκει ο μητροπολίτης Κερκύρας.
Εκκλησιαστικοί κύκλοι χαρακτηρίζουν την ενέργεια εξαιρετικά σοβαρή, ακόμη και «πραξικοπηματική», θεωρώντας ότι δημιουργεί ζήτημα σεβασμού προς τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο και την Ιερά Σύνοδο.
Οι αμοιβαίες τιμές και η σύγκριση με τον Χριστόδουλο
Μετά τη Θεία Λειτουργία, ο Πατριάρχης Κύριλλος απένειμε στον μητροπολίτη Νεκτάριο το Παράσημο του Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ Β΄ Τάξεως.
Σύμφωνα με τη ρωσική ανακοίνωση, η διάκριση δόθηκε για τη συμβολή του μητροπολίτη στην ενίσχυση των φιλικών σχέσεων ανάμεσα στη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία και την Εκκλησία της Ελλάδος.
Η συγκεκριμένη διατύπωση έχει ιδιαίτερη σημασία. Εμφανίζει έναν μεμονωμένο μητροπολίτη ως πρόσωπο που εργάζεται για τις σχέσεις των δύο Εκκλησιών, χωρίς να έχει γίνει γνωστό εάν διέθετε συνοδική εξουσιοδότηση για μια αποστολή τέτοιου χαρακτήρα.
Ο μητροπολίτης Κερκύρας δεν περιορίστηκε στο να αποδεχθεί το ρωσικό παράσημο. Απένειμε και ο ίδιος στον Κύριλλο την ανώτατη τιμητική διάκριση της Μητρόπολης Κερκύρας, το Τάγμα του Χρυσού Σταυρού με το Άστρο του Αγίου Σπυρίδωνος.
Παράλληλα, συνέκρινε τον Ρώσο Πατριάρχη με τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο και δήλωσε ότι «ορθοτομεί τον λόγο της αλήθειας».
Η τοποθέτηση αυτή προκάλεσε ακόμη μεγαλύτερη δυσφορία, λόγω της δημόσιας στάσης του Κυρίλλου απέναντι στον πόλεμο στην Ουκρανία και της στενής σύνδεσης του Πατριαρχείου Μόσχας με την πολιτική του Κρεμλίνου.
Το ρήγμα που άνοιξε το Ουκρανικό
Η εκκλησιαστική σύγκρουση δεν είναι καινούργια.
Τον Οκτώβριο του 2019, μετά τη στάση της Εκκλησίας της Ελλάδος υπέρ της ουκρανικής αυτοκεφαλίας, η Ιερά Σύνοδος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας αποφάσισε τη διακοπή της ευχαριστιακής κοινωνίας με τους Έλληνες ιεράρχες που αναγνώριζαν ή συλλειτουργούσαν με την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας.
Παράλληλα, εξουσιοδότησε τον Πατριάρχη Κύριλλο να παύσει να μνημονεύει τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο εφόσον εκείνος προχωρούσε σε πράξεις αναγνώρισης της νέας ουκρανικής Εκκλησίας.
Ο μητροπολίτης Κερκύρας είχε διαφοροποιηθεί από την επίσημη θέση της Εκκλησίας της Ελλάδος και ήταν μεταξύ των ιεραρχών που δεν υποστήριξαν την αναγνώριση της ουκρανικής αυτοκεφαλίας.
Η στάση του ήταν γνωστή. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι μια προσωπική διαφωνία με συνοδική απόφαση επιτρέπει σε έναν μητροπολίτη να ασκεί αυτοτελή εκκλησιαστική διπλωματία.
Τι ακριβώς ενέκρινε η Ιερά Σύνοδος;
Η υπόθεση περιπλέκεται από την πληροφορία ότι ο μητροπολίτης Νεκτάριος είχε λάβει άδεια από την Ιερά Σύνοδο για τη μετάβασή του στη Ρωσία και τη μεταφορά του ιερού κειμηλίου.
Μένει, ωστόσο, να διευκρινιστεί το πραγματικό περιεχόμενο αυτής της έγκρισης.
Η Σύνοδος γνώριζε ότι ο μητροπολίτης θα συλλειτουργούσε με τον Πατριάρχη Κύριλλο;
Είχε ενημερωθεί για την ανταλλαγή των ανώτατων τιμητικών διακρίσεων;
Γνώριζε ότι ο μητροπολίτης Κερκύρας θα προχωρούσε σε δημόσιες δηλώσεις υπέρ του Ρώσου Πατριάρχη;
Ή η έγκριση αφορούσε αποκλειστικά τη μεταφορά της Δεξιάς Χείρας του Αγίου Σπυρίδωνος για προσκύνημα;
Η διαφορά είναι θεμελιώδης. Άλλο η άδεια για μια θρησκευτική αποστολή και άλλο η έγκριση μιας επίσκεψης που μπορεί να ερμηνευθεί ως αμφισβήτηση της επίσημης στάσης της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Η Μόσχα κερδίζει την εικόνα που χρειάζεται
Ένας μητροπολίτης δεν μπορεί μόνος του να ακυρώσει μια συνοδική απόφαση. Μπορεί, όμως, να προσφέρει στη Μόσχα ένα ισχυρό επικοινωνιακό εργαλείο.
Το επίσημο ρωσικό ρεπορτάζ παρουσίασε την επίσκεψη ως απόδειξη φιλίας και ενότητας, αποφεύγοντας κάθε αναφορά στη βαθιά εκκλησιαστική σύγκρουση που παραμένει ανοικτή από το 2019.
Αυτή ακριβώς είναι η εικόνα που εξυπηρετεί το Πατριαρχείο Μόσχας: ότι, παρά τις αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου και τη στάση του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου, υπάρχουν Έλληνες ιεράρχες πρόθυμοι να διατηρήσουν ξεχωριστό δίαυλο με τον Κύριλλο.
Το ζήτημα αναμένεται να φτάσει στη Διαρκή Ιερά Σύνοδο. Και αυτή τη φορά δεν αρκούν οι ανώνυμες διαρροές περί δυσαρέσκειας.
Η Εκκλησία της Ελλάδος οφείλει να απαντήσει καθαρά: τι ενέκρινε, τι γνώριζε και εάν θεωρεί ότι ο μητροπολίτης Κερκύρας ενήργησε μέσα στα όρια της συνοδικής απόφασης ή χάραξε τη δική του γραμμή προς τη Μόσχα.

