Η σύγκρουση Σιιτών και Σουνιτών δεν γεννήθηκε ως ένα απλό θεολογικό σχίσμα, αλλά ως μια βαθιά πολιτική διαμάχη για το ποιος είχε το δικαίωμα να ηγηθεί της μουσουλμανικής κοινότητας μετά τον θάνατο του Προφήτη Μωάμεθ το 632 μ.Χ.
Αυτό που ξεκίνησε ως ερώτημα διαδοχής εξελίχθηκε μέσα στους αιώνες σε διαφορά πίστης, εξουσίας, ταυτότητας και κρατικής στρατηγικής, αφήνοντας σήμερα ισχυρό αποτύπωμα στις ισορροπίες της Μέσης Ανατολής και στις διεθνείς συγκρούσεις.
Η αρχή της ρήξης — ποιος διαδέχεται τον Προφήτη
Μετά τον θάνατο του Μωάμεθ, η μουσουλμανική κοινότητα βρέθηκε μπροστά στο μεγάλο ερώτημα: ποιος θα αναλάβει την ηγεσία.
Οι μετέπειτα Σουνίτες υποστήριξαν ότι ο ηγέτης έπρεπε να αναδειχθεί με συναίνεση της κοινότητας, γι’ αυτό και πρώτος χαλίφης έγινε ο Αμπού Μπακρ.
Οι μετέπειτα Σιίτες, αντίθετα, πίστεψαν ότι ο νόμιμος διάδοχος ήταν ο Άλι, ξάδελφος και γαμπρός του Προφήτη, καθώς θεωρούσαν ότι η ηγεσία έπρεπε να παραμείνει στο σπίτι του Μωάμεθ.
Εκεί ακριβώς στήθηκε το πρώτο ιστορικό ρήγμα:
όχι μόνο ποιος κυβερνά, αλλά με ποια νομιμοποίηση κυβερνά.
Από την πολιτική διαφωνία στο θρησκευτικό τραύμα
Η σύγκρουση δεν έμεινε σε επίπεδο πολιτικής διαδοχής. Πήρε οριστική, σχεδόν υπαρξιακή διάσταση με τη μάχη της Καρμπάλα το 680 μ.Χ., όταν ο Χουσεΐν, εγγονός του Μωάμεθ και γιος του Άλι, σκοτώθηκε από τις δυνάμεις του χαλίφη Γιαζίντ.
Για τους Σιίτες, η Καρμπάλα δεν είναι απλώς μια ιστορική ήττα. Είναι το αιώνιο σύμβολο της θυσίας απέναντι στην τυραννία, της νομιμότητας απέναντι στη βία, της αλήθειας απέναντι στη σφετερισμένη εξουσία.
Για τους Σουνίτες, η ιστορική πορεία της κοινότητας ακολούθησε διαφορετική θεσμική λογική, όπου η σταθερότητα, η ενότητα και η συλλογική συνέχεια της Ούμμα είχαν κεντρικό βάρος.
Έτσι, η αρχική πολιτική σύγκρουση έγινε βαθιά θρησκευτική ταυτότητα, με ξεχωριστές παραδόσεις, ιεραρχίες, τελετουργίες και αντιλήψεις περί εξουσίας.
Η σύγχρονη εποχή — όταν το δόγμα γίνεται γεωπολιτικό όπλο
Στον σύγχρονο κόσμο, το σχίσμα Σιιτών–Σουνιτών δεν λειτουργεί μόνο ως θρησκευτική διαφορά. Λειτουργεί και ως γραμμή ισχύος πάνω στον χάρτη της Μέσης Ανατολής.
Το Ιράν αναδείχθηκε σε βασικό κέντρο του σιιτικού κόσμου, ενώ η Σαουδική Αραβία προβλήθηκε για δεκαετίες ως ο κύριος σουνιτικός πόλος ισχύος. Από εκεί και πέρα, η θρησκευτική διάκριση έγινε εργαλείο επιρροής, συμμαχιών και πολέμων δι’ αντιπροσώπων.
Στο Ιράκ, στη Συρία, στον Λίβανο, στην Υεμένη και στον Περσικό Κόλπο, η διαμάχη αυτή μπλέκεται με κρατικά συμφέροντα, στρατιωτικές επεμβάσεις, ενεργειακές διαδρομές και ανταγωνισμούς ηγεμονίας.
Το πρόβλημα είναι ότι οι ελίτ συχνά χρησιμοποιούν το δόγμα όχι για να υπηρετήσουν την πίστη, αλλά για να στρατολογήσουν οπαδούς, να νομιμοποιήσουν καθεστώτα και να βαφτίσουν τη γεωπολιτική τους βούληση σε «ιερή αποστολή».
Με απλά λόγια:
η πίστη παραμένει πραγματική, αλλά η εκμετάλλευσή της είναι εξίσου πραγματική.
Η σύγκρουση Σιιτών και Σουνιτών δεν είναι ένα μουσειακό απολίθωμα του 7ου αιώνα. Είναι μια ανοιχτή ιστορική πληγή που μεταφέρθηκε από την εποχή του Μωάμεθ στα παλάτια, στους στρατούς, στα πετρέλαια και στους σύγχρονους πολέμους.
Και όσο η ιστορική μνήμη χρησιμοποιείται ως καύσιμο εξουσίας, η διαμάχη αυτή δεν θα μένει μόνο στα βιβλία της θεολογίας — θα επιστρέφει ξανά και ξανά στο κέντρο της παγκόσμιας γεωπολιτικής φωτιάς.

