Η ΔΕΗ ανακοινώνει ΑΜΚ 4 δισ. ευρώ και επενδυτικό πλάνο-μαμούθ έως το 2030, ενώ το νομοσχέδιο για την επιτάχυνση των ΑΠΕ ανοίγει νέο μέτωπο για βουνά, νησιά, δάση, Natura και το Άρθρο 24
Το ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα χρειάζεται ενεργειακή μετάβαση.
Το ερώτημα είναι ποιος τη σχεδιάζει, με ποιους όρους, πάνω σε ποιους τόπους και με ποια συμμετοχή των κοινωνιών.
Γιατί πίσω από τις λέξεις «πράσινη ανάπτυξη», «ενεργειακή ασφάλεια» και «επενδύσεις» αρχίζει να διαμορφώνεται μια πολύ πιο βαριά πραγματικότητα: μια νέα χωρική και θεσμική αναδιάταξη της χώρας, όπου η Ελλάδα κινδυνεύει να αντιμετωπιστεί όχι ως ζωντανός τόπος, αλλά ως ενεργειακό οικόπεδο.
Τα νούμερα είναι αποκαλυπτικά.
Η ΔΕΗ ανακοίνωσε νέο στρατηγικό σχέδιο έως το 2030, με επενδύσεις περίπου 24,2 δισ. ευρώ, σχεδόν διπλασιασμό της εγκατεστημένης ισχύος του Ομίλου από 12,4 GW το 2025 σε 24,3 GW το 2030, ετήσιες καθαρές προσθήκες 2,4 GW και αύξηση μετοχικού κεφαλαίου περίπου 4 δισ. ευρώ. Στην Ελλάδα ειδικά, ο στόχος είναι προσθήκη 5 GW έως το 2030, ενώ το 45% της συνολικής ισχύος του Ομίλου στοχεύεται να βρίσκεται εκτός Ελλάδας και το 48% των επενδύσεων να κατευθυνθεί εκτός χώρας.
Με απλά λόγια: δεν μιλάμε για μερικά έργα ΑΠΕ. Μιλάμε για βιομηχανική κλίμακα ενεργειακής επέκτασης.
Η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να γίνει χωρίς όρια
Η Ελλάδα χρειάζεται ΑΠΕ. Αυτό δεν αμφισβητείται σοβαρά.
Χρειάζεται καθαρότερη παραγωγή, απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, φθηνότερη ενέργεια, ενεργειακή ασφάλεια και συμμετοχή των πολιτών στην παραγωγή της ενέργειας που καταναλώνουν.
Άλλο όμως η πράσινη μετάβαση.
Και άλλο η μετατροπή βουνών, νησιών, αγροτικών εκτάσεων και πρώην λιγνιτικών περιοχών σε ένα απέραντο ενεργειακό πλέγμα από φωτοβολταϊκά, αιολικά, μπαταρίες, υποσταθμούς, καλωδιώσεις, data centers και νέες γραμμές μεταφοράς.
Το νέο νομοσχέδιο του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που τέθηκε σε διαβούλευση από τις 31 Μαρτίου έως τις 14 Απριλίου 2026, αφορά ακριβώς τον «εκσυγχρονισμό» της νομοθεσίας για τη χρήση και παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ, την ενσωμάτωση ευρωπαϊκών οδηγιών, ρυθμίσεις αγοράς ενέργειας, πολεοδομικές ρυθμίσεις, καθώς και διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας.
Στην καρδιά του περιλαμβάνει τις λεγόμενες Περιοχές Επιτάχυνσης ΑΠΕ και διαδικασίες ταχύτερης αδειοδότησης. Προβλέπεται ότι σε τέτοιες περιοχές μπορούν να εγκαθίστανται έργα ΑΠΕ και σχετικές υποδομές, όπως δίκτυα και υποδομές αποθήκευσης, ενώ για έργα εντός Περιοχών Επιτάχυνσης προβλέπεται εξαίρεση από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και την ειδική οικολογική αξιολόγηση, υπό συγκεκριμένους όρους.
Εδώ αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα.
Όταν η εξαίρεση γίνεται εργαλείο επιτάχυνσης, όταν η διαβούλευση συμπιέζεται χρονικά, όταν η περιβαλλοντική κρίση μετατρέπεται σε διαδικαστικό εμπόδιο και όταν οι τοπικές κοινωνίες μαθαίνουν τελευταίες τι σχεδιάζεται πάνω από τα σπίτια τους, τότε η πράσινη μετάβαση παύει να είναι κοινωνικό σχέδιο. Γίνεται επενδυτική επέλαση.
Το Άρθρο 24 δεν είναι διακοσμητικό
Το Άρθρο 24 του Συντάγματος δεν είναι πολυτέλεια. Δεν είναι εμπόδιο. Δεν είναι «γραφειοκρατία».
Ορίζει ότι η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος είναι υποχρέωση του κράτους και δικαίωμα του καθενός, ενώ προβλέπει ότι το κράτος οφείλει να λαμβάνει προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. Προβλέπει επίσης προστασία δασών, δασικών εκτάσεων, χωροταξικό έλεγχο και προστασία μνημείων και παραδοσιακών περιοχών.
Άρα το θέμα δεν είναι αν ένα έργο είναι «πράσινο» στα χαρτιά.
Το θέμα είναι αν χωροθετείται σωστά.
Αν σέβεται τη φέρουσα ικανότητα κάθε περιοχής.
Αν προστατεύει βουνά, νησιά, δάση, αρχαιολογικούς τόπους και Natura.
Αν έχει κοινωνική αποδοχή.
Αν αφήνει χώρο στην αγροτική παραγωγή, στον τουρισμό, στην τοπική ζωή.
Αν ο πολίτης είναι συμμέτοχος ή απλός θεατής.
Διότι ένα έργο ΑΠΕ μπορεί να είναι καθαρό ως προς την πηγή ενέργειας, αλλά βαρύ ως προς το τοπίο, τη γη, την κοινωνία και τη δημοκρατία.
Η Ελλάδα δεν είναι χάρτης απόδοσης
Η χώρα δεν μπορεί να σχεδιάζεται σαν τεχνικό διάγραμμα.
Δεν είναι μόνο πόσα MW χωράει μια κορυφογραμμή.
Δεν είναι μόνο πόσα στρέμματα μπορούν να καλυφθούν με φωτοβολταϊκά.
Δεν είναι μόνο πόσες μπαταρίες μπορεί να δεχθεί μια περιοχή.
Δεν είναι μόνο πόσα data centers μπορεί να τροφοδοτήσει ένα παλιό λιγνιτικό πεδίο.
Η Ελλάδα είναι νησιά, βουνά, χωριά, οικισμοί, αρχαιολογικοί τόποι, τουριστικές περιοχές, αγροτική γη, δάση, βοσκότοποι, τοπικές οικονομίες και κοινωνίες που δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως υποσημείωση σε business plan.
Ακόμη και το σχέδιο της ΔΕΗ για data center στην πρώην λιγνιτική περιοχή της Κοζάνης, με πρώτη φάση 300 MW έως το τέλος του 2028 και capex περίπου 1,2 δισ. ευρώ, δείχνει ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν αφορά πια μόνο παραγωγή ρεύματος. Αφορά και νέα βιομηχανία δεδομένων, νέες ενεργειακές καταναλώσεις και νέες χρήσεις γης.
Και αυτό απαιτεί δημόσιο διάλογο. Όχι τετελεσμένα.
Το μεγάλο πολιτικό ερώτημα
Η κοινωνία δεν αντιδρά επειδή αρνείται την πράσινη ενέργεια.
Αντιδρά επειδή βλέπει ότι η πράσινη ενέργεια συχνά οργανώνεται χωρίς αυτήν.
Ο καταναλωτής πληρώνει.
Ο τόπος επιβαρύνεται.
Η τοπική κοινωνία αντιδρά εκ των υστέρων.
Ο επενδυτής αδειοδοτείται ταχύτερα.
Το κράτος παρουσιάζει την επιτάχυνση ως εθνική ανάγκη.
Και στο τέλος, όποιος ρωτά για όρια, χωροταξία και Σύνταγμα, εμφανίζεται περίπου ως εχθρός της προόδου.
Όχι.
Εχθρός της προόδου δεν είναι αυτός που ζητά κανόνες.
Εχθρός της προόδου είναι αυτός που χρησιμοποιεί την πρόοδο ως πρόσχημα για να παρακάμψει τους κανόνες.
Η Ελλάδα χρειάζεται ΑΠΕ. Αλλά χρειάζεται ΑΠΕ με χωροταξικό σχέδιο, κοινωνική συμμετοχή, ενεργειακές κοινότητες, αυτοπαραγωγή, προστασία της γεωργικής γης, ουσιαστικές περιβαλλοντικές εγγυήσεις και πραγματικό έλεγχο φέρουσας ικανότητας.
Όχι ενεργειακή μονοκαλλιέργεια.
Όχι βουνά-εργοτάξια.
Όχι νησιά-μπαταρίες.
Όχι το Άρθρο 24 ως συνταγματικό διακοσμητικό.
Η πράσινη μετάβαση ή θα γίνει με κοινωνία, Σύνταγμα και όρια ή θα εξελιχθεί σε νέα μεγάλη σύγκρουση.
Γιατί όταν στο όνομα του περιβάλλοντος αλλοιώνεται το περιβάλλον, όταν στο όνομα της ανάπτυξης συμπιέζεται η δημοκρατική συμμετοχή και όταν στο όνομα της ταχύτητας αδυνατίζει ο έλεγχος, τότε το πρόβλημα δεν είναι ενεργειακό.
Είναι βαθιά πολιτικό.
Και πάνω απ’ όλα, είναι συνταγματικό.

