Στο Μέγαρο Μαξίμου γνωρίζουν ότι η πρώτη αντίδραση στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ ήταν μόνο η αρχή. Ο μίνι ανασχηματισμός έκλεισε το άμεσο μέτωπο, δεν απάντησε όμως στο βασικό πολιτικό ερώτημα: πώς περνά η κυβέρνηση από τη διαχείριση του σοκ σε ένα νέο αφήγημα τάξης και ελέγχου.
Ο Απρίλιος, γι’ αυτό και αντιμετωπίζεται ως μήνας υψηλού κινδύνου. Γιατί πίσω από τις δημόσιες δηλώσεις περί θεσμικότητας και σταθερότητας, στο παρασκήνιο τρέχουν τρεις παράλληλες συζητήσεις: ποιοι μένουν εκτός ψηφοδελτίων, πώς θα απορροφηθούν οι κραδασμοί στην Κοινοβουλευτική Ομάδα και αν, τελικά, η προσφυγή στις κάλπες μπορεί να εξελιχθεί από ακραίο σενάριο σε πολιτική διέξοδο.
Η πρώτη απόφαση: να μην επαναληφθούν τα λάθη της αδράνειας
Συνομιλητές του πρωθυπουργού παραδέχονται ότι αυτή τη φορά δεν υπήρχε το περιθώριο των καθυστερήσεων. Η υπόθεση ήρθε να ακουμπήσει έναν ήδη επιβαρυμένο πολιτικό χρόνο και, σε αντίθεση με άλλες κρίσεις, αντιμετωπίστηκε εξαρχής ως πεδίο μηδενικής ευελιξίας. Η λογική που επικράτησε ήταν απλή: η εικόνα ανοχής θα είχε μεγαλύτερο κόστος από την εικόνα βιασύνης.
Έτσι εξηγείται και η ταχύτητα με την οποία προχώρησαν οι αλλαγές στο κυβερνητικό σχήμα. Στο πρωθυπουργικό περιβάλλον εκτιμήθηκε ότι οποιαδήποτε αναμονή θα έδινε την αίσθηση μιας κυβέρνησης που σέρνεται πίσω από τις εξελίξεις. Αντιθέτως, η άμεση απομάκρυνση των εμπλεκομένων κρίθηκε ως το ελάχιστο αναγκαίο σήμα ότι το κέντρο αποφάσεων έχει αντιληφθεί τη σοβαρότητα της συγκυρίας.
Αυτό δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι λύθηκε το πρόβλημα. Σημαίνει μόνο ότι αποφεύχθηκε η πρώτη, πιο επικίνδυνη εντύπωση: ότι το Μαξίμου υποτιμά το πολιτικό βάρος της υπόθεσης. Και στο τρέχον κλίμα, αυτό από μόνο του θεωρήθηκε κρίσιμο.
Οι λίστες ως το πραγματικό πεδίο μάχης
Όσοι γνωρίζουν τον τρόπο σκέψης του πρωθυπουργικού επιτελείου λένε ότι το μεγάλο στοίχημα δεν είναι ο ανασχηματισμός, αλλά οι εκλογικές λίστες. Εκεί θα κριθεί αν η κυβέρνηση μπορεί πράγματι να υποστηρίξει το αφήγημα των «καθαρών ψηφοδελτίων» χωρίς να ανοίξει εσωτερικό κύκλο αμφισβήτησης.
Το θέμα, όπως παραδέχονται και κυβερνητικά στελέχη, δεν είναι μόνο νομικό. Είναι κατεξοχήν πολιτικό. Υπάρχουν περιπτώσεις που μπορεί να μην οδηγούν αυτομάτως σε βαρύτερες ποινικές εκτιμήσεις, πλην όμως δημιουργούν επιβαρυντική πολιτική εικόνα. Σε αυτές ακριβώς τις γκρίζες ζώνες θα κληθεί το Μαξίμου να πάρει τις πιο δύσκολες αποφάσεις.
Η περίπτωση Καραμανλή έδειξε ήδη τον δρόμο μιας «ελεγχόμενης απομάκρυνσης», με τρόπο που να υπηρετεί τη βασική στόχευση χωρίς να παράγει εικόνα εσωτερικής εκτέλεσης. Όμως ουδείς στο κυβερνητικό στρατόπεδο αγνοεί ότι κάθε τέτοια κίνηση δημιουργεί και έναν νέο κύκλο ερωτημάτων: ποιο είναι το κριτήριο, πού ακριβώς χαράσσεται η γραμμή, ποιος θεωρείται πολιτικά διαχειρίσιμος και ποιος όχι.
Και αυτό είναι το σημείο όπου η διαχείριση μετατρέπεται σε άσκηση υψηλού ρίσκου. Γιατί ένα κόμμα εξουσίας μπορεί να αντέξει τις αναγκαστικές θυσίες. Δυσκολεύεται όμως όταν αυτές αρχίζουν να μοιάζουν επιλεκτικές.
Το σενάριο των πρόωρων εκλογών βγαίνει από την παρένθεση
Μέχρι πριν από λίγο καιρό, όποιος μιλούσε για πρόωρες εκλογές συναντούσε την επίσημη κυβερνητική γραμμή ότι η τετραετία θα εξαντληθεί. Σήμερα, στο παρασκήνιο, η ίδια συζήτηση γίνεται με πολύ λιγότερες αναστολές. Όχι επειδή έχει ληφθεί απόφαση, αλλά επειδή η παράμετρος των εκλογών έχει πλέον επιστρέψει ως πραγματικό εργαλείο.
Οι υπέρμαχοι αυτής της επιλογής υποστηρίζουν ότι μια έγκαιρη προσφυγή στις κάλπες θα μπορούσε να κόψει τον χρόνο στις αλλεπάλληλες φθορές. Θα επέτρεπε στην κυβέρνηση να πάει γρήγορα σε μια αναμέτρηση με επαναχαραγμένες λίστες, πριν η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ εξελιχθεί σε διαρκές μέτωπο κοινοβουλευτικής και κομματικής αποσταθεροποίησης. Επιπλέον, στο ίδιο επιχείρημα προστίθενται οι υποκλοπές, η πιθανότητα νέων πολιτικών σχηματισμών και η ανησυχία για ενδεχόμενες οικονομικές αναταράξεις το επόμενο διάστημα.
Η άλλη ανάγνωση, βέβαια, είναι προφανής: οι εκλογές θα μπορούσαν να εκληφθούν όχι ως επιβεβαίωση ισχύος αλλά ως αναζήτηση πολιτικής αποσυμπίεσης. Γι’ αυτό και ο πρωθυπουργός, σύμφωνα με όσους συνομιλούν μαζί του, κρατά προς το παρόν κλειστά τα χαρτιά του. Παρακολουθεί τη φορά των πραγμάτων, μετρά εσωτερικούς συσχετισμούς και γνωρίζει ότι η τελική επιλογή δεν θα γίνει μόνο με δημοσκοπικούς όρους, αλλά και με το αν η κυβέρνηση μπορεί να περάσει τους επόμενους μήνες χωρίς να δείχνει όμηρος των εξελίξεων.
Στην πραγματικότητα, ο Απρίλιος δεν είναι για το Μαξίμου ένας ακόμη δύσκολος μήνας. Είναι ο μήνας των εσωτερικών αποφάσεων που θα καθορίσουν πώς θα φτάσει η κυβέρνηση στην επόμενη κάλπη — όποτε κι αν στηθεί αυτή.
Γιατί το κρίσιμο δεν είναι μόνο αν θα υπάρξουν «εκκαθαρίσεις» ή αν θα ανοίξει ο δρόμος των πρόωρων εκλογών. Το κρίσιμο είναι αν η κυβέρνηση θα καταφέρει να πείσει ότι εξακολουθεί να κινείται με δική της πολιτική βούληση και όχι υπό το βάρος μιας ατζέντας που της επιβάλλεται μέρα με τη μέρα.

