Η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και η παράταση της εκεχειρίας προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση στις αγορές. Πίσω όμως από τις θριαμβευτικές δηλώσεις παραμένουν άλυτα το πυρηνικό πρόγραμμα, οι κυρώσεις, τα αποθέματα ουρανίου και η επόμενη ημέρα στη Μέση Ανατολή.
Η ανακοίνωση της προκαταρκτικής συμφωνίας ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν αποτέλεσε το ιδανικό πολιτικό δώρο για τα 80ά γενέθλια του Ντόναλντ Τραμπ.
Ο Αμερικανός πρόεδρος έσπευσε να παρουσιάσει την εξέλιξη ως μία ακόμη προσωπική διπλωματική νίκη. Διακήρυξε ότι ο πόλεμος τελειώνει, ότι τα Στενά του Ορμούζ ανοίγουν ξανά και ότι το πετρέλαιο μπορεί πλέον να επιστρέψει ανεμπόδιστα στις διεθνείς αγορές.
Οι πανηγυρισμοί, όμως, προηγούνται της πραγματικότητας.
Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει δημοσιοποιημένη, υπογεγραμμένη και πλήρως δεσμευτική συνθήκη ειρήνης. Υπάρχει ένα μνημόνιο κατανόησης, μία παράταση της εκεχειρίας και μία πολιτική συμφωνία να συνεχιστούν οι διαπραγματεύσεις για ακόμη 60 ημέρες.
Με άλλα λόγια, οι δύο πλευρές δεν έλυσαν τη σύγκρουση. Συμφώνησαν να σταματήσουν προσωρινά να την κλιμακώνουν.
Το Ορμούζ ανοίγει, τα δύσκολα παραμένουν
Η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ είναι αναμφίβολα η σημαντικότερη άμεση εξέλιξη. Πρόκειται για μία από τις κρισιμότερες θαλάσσιες οδούς μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου στον κόσμο.
Το άνοιγμά τους περιορίζει τον κίνδυνο ενεργειακού στραγγαλισμού, μειώνει την πίεση στις τιμές του πετρελαίου και προσφέρει ανάσα στις οικονομίες που είχαν αρχίσει να πληρώνουν βαρύ τίμημα από την πολεμική αναταραχή.
Αυτό, όμως, αποτελεί διαχείριση της κρίσης και όχι επίλυση των αιτίων της.
Το βασικό ζήτημα, δηλαδή το μέλλον του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, παραμένει ουσιαστικά ανοικτό. Δεν έχει αποσαφηνιστεί ποιο επίπεδο εμπλουτισμού ουρανίου θα επιτρέπεται, τι θα συμβεί με τα ήδη υπάρχοντα αποθέματα υψηλού εμπλουτισμού και ποιος μηχανισμός θα εξασφαλίζει ότι οι δεσμεύσεις της Τεχεράνης μπορούν πράγματι να επαληθευτούν.
Η αμερικανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το Ιράν δεσμεύεται να μην αποκτήσει πυρηνικό όπλο. Η διατύπωση αυτή, ωστόσο, δεν απαντά στο ουσιαστικό ερώτημα: ποια ακριβώς τεχνικά και επιχειρησιακά μέτρα θα εμποδίζουν την Τεχεράνη να αποκτήσει τη δυνατότητα κατασκευής του;
Στη διπλωματία, οι διακηρύξεις προθέσεων έχουν περιορισμένη αξία όταν δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένα όρια, χρονοδιαγράμματα, επιθεωρήσεις και συνέπειες σε περίπτωση παραβίασης.
Συμφωνία καλύτερη από εκείνη που ακύρωσε ο ίδιος;
Για τον Τραμπ υπάρχει και ένα δύσκολο πολιτικό ερώτημα.
Η κυβέρνησή του οφείλει να αποδείξει ότι η νέα συμφωνία είναι ουσιαστικά καλύτερη από τη συμφωνία για τα πυρηνικά του 2015, από την οποία οι ΗΠΑ αποχώρησαν με δική του απόφαση κατά την πρώτη προεδρική του θητεία.
Εάν το τελικό αποτέλεσμα περιοριστεί σε μία γενική ιρανική δέσμευση περί μη κατασκευής πυρηνικού όπλου, χωρίς αυστηρότερο σύστημα ελέγχων και σαφέστερους περιορισμούς, τότε ο Λευκός Οίκος θα βρεθεί αντιμέτωπος με μία οδυνηρή σύγκριση.
Θα έχει προηγηθεί ένας καταστροφικός πόλεμος, μία διεθνής ενεργειακή αναστάτωση και τεράστιο οικονομικό κόστος, για να επιστρέψουν τελικά οι δύο πλευρές σε μία παραλλαγή όσων υπήρχαν πριν από την ακύρωση της παλαιότερης συμφωνίας.
Τότε το ερώτημα δεν θα είναι ποιος κέρδισε τον πόλεμο, αλλά γιατί χρειάστηκε να γίνει.
Κυρώσεις και δεσμευμένα κεφάλαια
Ασαφές παραμένει και το οικονομικό σκέλος.
Η Τεχεράνη απαιτεί αποδέσμευση παγωμένων ιρανικών περιουσιακών στοιχείων και χαλάρωση των κυρώσεων. Η Ουάσιγκτον επιμένει ότι κάθε οικονομική παραχώρηση θα εξαρτάται από την αποδεδειγμένη συμμόρφωση του Ιράν.
Η διαφορά δεν είναι διαδικαστική. Είναι θεμελιώδης.
Οι Ιρανοί θέλουν πρώτα απτά οικονομικά ανταλλάγματα, ώστε να αποδείξει η αμερικανική πλευρά ότι δεν θα υπαναχωρήσει. Οι ΗΠΑ ζητούν πρώτα συμμόρφωση, ώστε να μη χρηματοδοτήσουν ένα καθεστώς το οποίο ενδέχεται να διατηρήσει κρίσιμα τμήματα του πυρηνικού και στρατιωτικού του μηχανισμού.
Όταν κάθε πλευρά περιμένει από την άλλη να κινηθεί πρώτη, ακόμη και μία συμφωνία που ανακοινώνεται ως ιστορική μπορεί να καταρρεύσει πριν αρχίσει να εφαρμόζεται.
Οι περιφερειακές οργανώσεις και ο παράγοντας Ισραήλ
Εξίσου θολό είναι το ζήτημα της υποστήριξης της Τεχεράνης προς οργανώσεις και ένοπλα δίκτυα στη Μέση Ανατολή.
Δεν έχει ξεκαθαριστεί εάν η συμφωνία περιορίζει τη χρηματοδότηση, τον εξοπλισμό ή την επιχειρησιακή συνεργασία του Ιράν με τη Χεζμπολάχ, τους Χούθι και άλλες δυνάμεις που λειτουργούν ως μοχλοί ιρανικής επιρροής.
Χωρίς λύση σε αυτό το επίπεδο, η απευθείας σύγκρουση μπορεί να σταματήσει, αλλά ο πόλεμος μέσω αντιπροσώπων να συνεχιστεί.
Παράλληλα, παραμένει άγνωστο σε ποιο βαθμό το Ισραήλ θεωρεί ότι δεσμεύεται από τις αμερικανοϊρανικές συνεννοήσεις. Μία νέα ισραηλινή επίθεση σε ιρανικούς στόχους ή σε δυνάμεις που συνδέονται με την Τεχεράνη θα μπορούσε να τινάξει στον αέρα την εκεχειρία μέσα σε λίγες ώρες.
Η ειρήνη, επομένως, δεν εξαρτάται μόνο από δύο υπογραφές. Εξαρτάται από ένα ολόκληρο σύστημα περιφερειακών συμμαχιών, εχθροτήτων και στρατιωτικών μηχανισμών που δεν μπορούν να απενεργοποιηθούν με μία ανάρτηση του Αμερικανού προέδρου.
Ποιος βγήκε πραγματικά κερδισμένος;
Η αμερικανική και ισραηλινή στρατιωτική εκστρατεία προκάλεσε σοβαρά πλήγματα στις συμβατικές δυνατότητες του Ιράν και αποκεφάλισε τμήμα της πολιτικής και στρατιωτικής του ηγεσίας.
Δεν πέτυχε, όμως, την κατάρρευση του καθεστώτος.
Αντίθετα, η εξωτερική επίθεση ενδέχεται να προσέφερε στους σκληροπυρηνικούς της Τεχεράνης το επιχείρημα που χρειάζονταν για να ενισχύσουν τον εσωτερικό έλεγχο, να καταστείλουν κάθε διαφωνία και να παρουσιάσουν την πολιτική επιβίωσή τους ως εθνική αντίσταση.
Παράλληλα, το Ιράν απέδειξε ότι μπορεί να προκαλέσει παγκόσμια οικονομική αναστάτωση μέσω των Στενών του Ορμούζ. Η δυνατότητα αυτή δεν εξαφανίζεται με την εκεχειρία. Αντιθέτως, ενδέχεται να μετατραπεί σε ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο για την επόμενη κρίση.
Εκεχειρία δεν σημαίνει ειρήνη
Η συμφωνία αποτελεί θετική εξέλιξη επειδή περιορίζει τον άμεσο κίνδυνο ενός ακόμη μεγαλύτερου πολέμου. Δεν πρέπει, όμως, να βαφτίζεται ιστορική επιτυχία πριν γίνουν γνωστοί οι πραγματικοί όροι της.
Το κρίσιμο τεστ δεν είναι οι δηλώσεις του Τραμπ ούτε η προσωρινή υποχώρηση της τιμής του πετρελαίου.
Είναι το αν θα υπάρξει εφαρμόσιμος μηχανισμός για το πυρηνικό πρόγραμμα, σαφής συμφωνία για τις κυρώσεις, πραγματικός έλεγχος των αποθεμάτων ουρανίου και αποτροπή νέων στρατιωτικών ενεργειών από όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές.
Μέχρι τότε, η λεγόμενη «μεγάλη ειρηνευτική συμφωνία» δεν είναι παρά μία εύθραυστη ανακωχή.
Ο Τραμπ μπορεί να πανηγυρίζει. Οι αγορές μπορούν να ανακουφίζονται. Ο κόσμος, όμως, θα πρέπει να περιμένει το κείμενο, τις υπογραφές και —κυρίως— την εφαρμογή.
Γιατί στη Μέση Ανατολή οι συμφωνίες δεν καταρρέουν συνήθως από την έλλειψη μεγάλων δηλώσεων. Καταρρέουν από τις λεπτομέρειες που κανείς δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε να συμφωνήσει.

