Το ασφαλιστικό σύστημα δεν ανταμείβει απλώς διαφορετικές διαδρομές· αποτυπώνει μια χώρα βαθιά διχασμένη, όπου άλλοι εργάστηκαν με σταθερότητα και θεσμική προστασία και άλλοι πλήρωσαν ανεργία, χαμηλούς μισθούς, εισφοροδιαφυγή και ανασφάλεια
Η Ελλάδα υποτίθεται ότι διαθέτει ένα ενιαίο ασφαλιστικό σύστημα. Στην πραγματικότητα, εξακολουθεί να καταβάλλει συντάξεις που αποκαλύπτουν δύο διαφορετικές χώρες.
Στη μία πλευρά βρίσκονται ασφαλισμένοι που είχαν σταθερή εργασιακή σχέση, προβλέψιμες αποδοχές, πλήρη ασφάλιση και κρατική προστασία. Στην άλλη βρίσκονται εκατομμύρια εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι πέρασαν δεκαετίες ανάμεσα σε απολύσεις, ανεργία, υποδηλωμένη εργασία, χαμηλούς μισθούς, απλήρωτες υπερωρίες και ασφαλιστικά κενά.
Το αποτέλεσμα αυτής της διαδρομής καταγράφεται πλέον στους αριθμούς.
Σύμφωνα με στοιχεία του συστήματος «ΗΛΙΟΣ», όπως παρουσιάζονται στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Εστία», η μέση σύνταξη στον δημόσιο τομέα προσεγγίζει τα 1.400 ευρώ, ενώ στον ιδιωτικό τομέα περιορίζεται περίπου στα 763 ευρώ.
Η διαφορά δεν είναι μικρή. Δεν είναι λογιστική λεπτομέρεια. Δεν είναι στατιστικός θόρυβος.
Είναι ένα κοινωνικό χάσμα σχεδόν 640 ευρώ τον μήνα.
Είναι η διαφορά ανάμεσα στη στοιχειώδη αξιοπρέπεια και στη μόνιμη αγωνία. Ανάμεσα στη δυνατότητα να πληρωθούν οι λογαριασμοί και στην ανάγκη να επιλέξει ένας ηλικιωμένος αν θα αγοράσει φάρμακα, αν θα πληρώσει το ρεύμα ή αν θα βοηθήσει το άνεργο παιδί του.
Δεν φταίνε οι συνταξιούχοι του Δημοσίου – φταίει το κράτος που κατασκεύασε εργαζομένους δύο κατηγοριών
Η συζήτηση δεν πρέπει να μετατραπεί σε κοινωνικό εμφύλιο ανάμεσα σε συνταξιούχους του Δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα.
Δεν ευθύνεται ο δημόσιος υπάλληλος επειδή εργάστηκε με σταθερότητα, πλήρωσε εισφορές και λαμβάνει τη σύνταξη που προκύπτει από τον ασφαλιστικό του βίο. Η ευθύνη βρίσκεται στις κυβερνήσεις που επί δεκαετίες αποδέχθηκαν ένα οικονομικό μοντέλο στο οποίο η σταθερότητα αποτελούσε προνόμιο και όχι δικαίωμα.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι κάποιος λαμβάνει 1.400 ευρώ.
Το πρόβλημα είναι ότι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, ύστερα από τριάντα και σαράντα χρόνια εργασίας, καλούνται να επιβιώσουν με 700 και 800 ευρώ.
Το πρόβλημα είναι ότι το κράτος γνώριζε πως στον ιδιωτικό τομέα κυριαρχούσαν η υποασφάλιση, η εισφοροδιαφυγή, η ελαστική εργασία και οι εξευτελιστικοί μισθοί, αλλά αντιμετώπιζε αυτή την κατάσταση ως φυσικό φαινόμενο.
Και τώρα εμφανίζεται για να πει στον εργαζόμενο ότι η χαμηλή σύνταξή του αποτελεί απλώς «αντανάκλαση των εισφορών του».
Ποιων εισφορών;
Εκείνων που ο εργοδότης δεν κατέβαλε ποτέ; Εκείνων που αντιστοιχούσαν σε τετράωρη ασφάλιση για οκτάωρη και δεκάωρη εργασία; Εκείνων που χάθηκαν στα χρόνια της ανεργίας, των μνημονίων και της κατάρρευσης των μισθών;
Ο ιδιωτικός τομέας πλήρωσε την κρίση δύο φορές
Οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα πλήρωσαν την οικονομική κρίση όταν έχασαν τις δουλειές τους, όταν μειώθηκαν οι μισθοί τους, όταν καταργήθηκαν συλλογικές συμβάσεις και όταν η ανεργία έφθασε σε πρωτοφανή επίπεδα.
Τώρα πληρώνουν την ίδια κρίση για δεύτερη φορά, μέσα από τις χαμηλές συντάξεις που τους ακολουθούν μέχρι το τέλος της ζωής τους.
Η ανεργία δεν ήταν προσωπική επιλογή.
Η μερική απασχόληση δεν ήταν πάντοτε ελεύθερη επιλογή.
Η εργασία χωρίς πλήρη ασφάλιση δεν ήταν ευθύνη του εργαζομένου.
Κι όμως, το ασφαλιστικό σύστημα αντιμετωπίζει τον άνθρωπο που βρέθηκε εγκλωβισμένος σε αυτές τις συνθήκες σαν να ήταν ο αποκλειστικός υπεύθυνος για την ασφαλιστική του φτώχεια.
Το κράτος δεν τον προστάτευσε όταν εργαζόταν και τώρα τον τιμωρεί όταν συνταξιοδοτείται.
Η σύνταξη των 763 ευρώ δεν είναι σύνταξη αξιοπρέπειας
Με το κόστος της στέγασης, της ενέργειας, των τροφίμων και της υγείας να έχει αυξηθεί δραματικά, τα 763 ευρώ δεν μπορούν να θεωρούνται επαρκές εισόδημα για έναν ηλικιωμένο.
Ένας συνταξιούχος που ζει μόνος του μπορεί να χρειάζεται να πληρώσει ενοίκιο, ρεύμα, νερό, κοινόχρηστα, φάρμακα και τρόφιμα. Αν υπάρχει στεγαστικό δάνειο, χρόνια πάθηση ή ανάγκη ιδιωτικής ιατρικής περίθαλψης, ο μηνιαίος προϋπολογισμός καταρρέει πριν συμπληρωθεί το πρώτο δεκαπενθήμερο.
Και ενώ οι κυβερνήσεις πανηγυρίζουν για μικρές ποσοστιαίες αυξήσεις, η πραγματικότητα είναι ότι κάθε αύξηση εξανεμίζεται από την ακρίβεια.
Η ονομαστική αύξηση δεν σημαίνει πραγματική βελτίωση.
Όταν οι τιμές των βασικών αγαθών ανεβαίνουν ταχύτερα από το εισόδημα, ο συνταξιούχος δεν γίνεται πλουσιότερος. Γίνεται απλώς λιγότερο φτωχός στα χαρτιά και περισσότερο πιεσμένος στο ταμείο του σούπερ μάρκετ.
Η προσωπική διαφορά ως μηχανισμός αποκλεισμού
Χιλιάδες συνταξιούχοι ακούνε κάθε χρόνο για αυξήσεις που δεν βλέπουν ποτέ στον τραπεζικό τους λογαριασμό, επειδή παραμένουν εγκλωβισμένοι στην περιβόητη «προσωπική διαφορά».
Ένας λογιστικός μηχανισμός που παρουσιάστηκε ως μεταβατική ρύθμιση έχει μετατραπεί σε μόνιμη παγίδα.
Η κυβέρνηση ανακοινώνει αυξήσεις. Οι τίτλοι αναπαράγονται. Οι υπουργοί μιλούν για ενίσχυση του εισοδήματος. Και ύστερα χιλιάδες άνθρωποι διαπιστώνουν ότι η αύξηση συμψηφίστηκε και εξαφανίστηκε.
Δεν πρόκειται για κοινωνική πολιτική. Πρόκειται για επικοινωνιακή λογιστική.
Η 13η σύνταξη παραμένει πολιτική επιλογή
Κάθε φορά που τίθεται το ζήτημα της επαναφοράς μιας ουσιαστικής 13ης σύνταξης, η απάντηση είναι ότι «δεν υπάρχουν δημοσιονομικά περιθώρια».
Περιθώρια, όμως, βρίσκονται διαρκώς για φοροαπαλλαγές, απευθείας αναθέσεις, εξοπλιστικά προγράμματα, επιδοτήσεις μεγάλων επιχειρήσεων και κάθε είδους κυβερνητικές προτεραιότητες.
Για τους χαμηλοσυνταξιούχους, το ταμείο εμφανίζεται μονίμως άδειο.
Αυτό δεν είναι οικονομικός νόμος. Είναι πολιτική απόφαση.
Η κοινωνική δικαιοσύνη δεν κρίνεται από το αν ένα κράτος δίνει έκτακτα βοηθήματα λίγο πριν από τις γιορτές. Κρίνεται από το αν εξασφαλίζει σταθερό και αξιοπρεπές εισόδημα στους ανθρώπους που εργάστηκαν μια ολόκληρη ζωή.
Το χάσμα αρχίζει από τον μισθό και καταλήγει στη σύνταξη
Οι μεγάλες συνταξιοδοτικές αποκλίσεις δεν δημιουργούνται την ημέρα της συνταξιοδότησης. Χτίζονται επί δεκαετίες.
Χαμηλός μισθός σημαίνει χαμηλές εισφορές.
Ελαστική εργασία σημαίνει ασφαλιστικά κενά.
Μακροχρόνια ανεργία σημαίνει λιγότερα έτη ασφάλισης.
Υποδηλωμένη εργασία σημαίνει μικρότερη μελλοντική σύνταξη.
Επομένως, καμία σοβαρή ασφαλιστική μεταρρύθμιση δεν μπορεί να περιοριστεί στον τρόπο υπολογισμού των συντάξεων. Απαιτεί αλλαγή ολόκληρου του παραγωγικού και εργασιακού μοντέλου.
Χωρίς πραγματική αύξηση των μισθών, αυστηρό έλεγχο της εισφοροδιαφυγής, πλήρη καταγραφή των ωρών εργασίας και σταθερές εργασιακές σχέσεις, οι αυριανοί συνταξιούχοι θα είναι ακόμη φτωχότεροι από τους σημερινούς.
Μια χώρα που τιμωρεί την εργασία
Η μεγαλύτερη αδικία είναι ότι άνθρωποι που εργάστηκαν για δεκαετίες αισθάνονται σήμερα ότι η εργασία τους δεν είχε αξία.
Ο οικοδόμος, ο εμποροϋπάλληλος, ο εργάτης, ο οδηγός, η καθαρίστρια, ο μικροεπαγγελματίας και ο υπάλληλος μιας ιδιωτικής επιχείρησης δεν εργάστηκαν λιγότερο. Πολλές φορές εργάστηκαν περισσότερο, σε δυσκολότερες συνθήκες, χωρίς ωράριο, χωρίς μονιμότητα και χωρίς βεβαιότητα για την επόμενη ημέρα.
Το γεγονός ότι καταλήγουν με συντάξεις των 700 ή 800 ευρώ δεν αποδεικνύει μικρότερη προσφορά.
Αποδεικνύει μικρότερη προστασία.
Και αυτή η μικρότερη προστασία έχει υπογραφή: την υπογραφή ενός κράτους που έμαθε να απαιτεί συνέπεια από τους αδύναμους και να δείχνει ανοχή στους ισχυρούς.
Δεν χρειάζεται εξίσωση προς τα κάτω
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η μείωση των συντάξεων του Δημοσίου ώστε όλοι να γίνουν φτωχότεροι.
Αυτό θα ήταν κοινωνικός κανιβαλισμός.
Η λύση είναι η ουσιαστική ενίσχυση των χαμηλών και μεσαίων συντάξεων, η αποκατάσταση των αδικιών της προσωπικής διαφοράς, η στήριξη όσων έχουν μακρύ εργασιακό βίο και η εξασφάλιση ενός πραγματικού κατώτατου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Παράλληλα, απαιτείται πλήρης διαφάνεια. Η κυβέρνηση οφείλει να δημοσιοποιήσει αναλυτικά στοιχεία ανά Ταμείο, επαγγελματικό κλάδο, φύλο, έτη ασφάλισης και ύψος αποδοχών. Όχι επιλεκτικούς μέσους όρους και επικοινωνιακές ανακοινώσεις.
Η κοινωνία πρέπει να γνωρίζει ποιος λαμβάνει τι, για ποιον λόγο και με ποιους κανόνες.
Η Ελλάδα των δύο συντάξεων δεν μπορεί να συνεχιστεί
Μια δημοκρατική πολιτεία δεν κρίνεται από το πώς φέρεται στους προνομιούχους της. Κρίνεται από το πώς αντιμετωπίζει εκείνους που δεν είχαν ποτέ τη δύναμη να επιβάλουν τους όρους τους.
Οι συντάξεις των 763 ευρώ δεν αποτελούν απλώς οικονομικό πρόβλημα. Αποτελούν θεσμική αποτυχία και κοινωνική προσβολή.
Δεν μπορεί ένας άνθρωπος να εργάζεται σαράντα χρόνια και στο τέλος να θεωρείται δημοσιονομικό βάρος.
Δεν μπορεί η πολιτεία να ζητά εισφορές, φόρους, υπομονή και θυσίες και, όταν έρθει η ώρα της ανταπόδοσης, να προσφέρει φτώχεια με τραπεζική κατάθεση.
Το ασφαλιστικό σύστημα πρέπει να πάψει να αναπαράγει τις ανισότητες της αγοράς εργασίας. Διαφορετικά, δεν είναι σύστημα κοινωνικής ασφάλισης.
Είναι ο μηχανισμός που επικυρώνει, μέχρι το τέλος της ζωής, όλες τις αδικίες που προηγήθηκαν.
Και μια χώρα που καταδικάζει τους ανθρώπους της σε φτωχά γηρατειά δεν είναι απλώς άδικη. Είναι μια χώρα που έχει αποτύχει να τιμήσει την ίδια την εργασία.

