Για δεκαετίες, η Δύση πίστεψε ότι η στρατιωτική υπεροχή αρκεί για να λυγίζει κράτη, να ανατρέπει καθεστώτα και να ξαναγράφει χάρτες μέσα σε λίγες ημέρες. Όμως ο 21ος αιώνας απέδειξε ότι η ισχύς δεν μεταφράζεται πια αυτόματα σε νίκη.
Από την Ουκρανία και τη Συρία μέχρι τη Γάζα και την Υεμένη, το παλιό δόγμα του πολέμου-αστραπή καταρρέει μπροστά σε έναν νέο κανόνα: δεν κερδίζει όποιος χτυπά πιο δυνατά, αλλά όποιος αντέχει περισσότερο. Και αυτή είναι η νέα, σκληρή παγίδα των υπερδυνάμεων.
Η αυταπάτη της μεταψυχροπολεμικής παντοδυναμίας
Μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, οι Ηνωμένες Πολιτείες και συνολικά η δυτική στρατηγική ελίτ πίστεψαν ότι η Ιστορία είχε γείρει οριστικά υπέρ τους. Η εικόνα ήταν σχεδόν μεθυστική: ένας κόσμος χωρίς ισοδύναμο αντίπαλο, μια στρατιωτική μηχανή ασύγκριτης τεχνολογικής υπεροχής και μια οικονομική δύναμη ικανή να χρηματοδοτεί επεμβάσεις, κυρώσεις, ανακατατάξεις και νέες «ισορροπίες».
Το δόγμα ήταν σαφές: ταχύτητα, σοκ, αεροπορική υπεροχή, κατάρρευση του αντιπάλου, πολιτικός έλεγχος. Οι πόλεμοι έπρεπε να είναι σύντομοι, αποφασιστικοί, τηλεοπτικά διαχειρίσιμοι και γεωπολιτικά επικερδείς. Μόνο που αυτή η στρατηγική στηρίχθηκε σε μια κρίσιμη αυταπάτη: ότι ο αντίπαλος θα συνεχίσει να πολεμά με τους κανόνες που βόλευαν τη Δύση.
Η πραγματικότητα, όμως, δεν υπάκουσε. Ο αντίπαλος έμαθε. Προσαρμόστηκε. Άφησε τα σταθερά μέτωπα, διέχυσε τις δυνάμεις του, χρησιμοποίησε κοινωνικά δίκτυα, τοπικές δομές, αντάρτικες τακτικές, ιδεολογική συνοχή και κυρίως τον χρόνο. Και έτσι, η υποτιθέμενη παντοδυναμία άρχισε να μοιάζει όλο και περισσότερο με στρατηγική υπερέκταση.
Ο νέος πόλεμος δεν κρίνεται στην πρώτη επίθεση
Οι σύγχρονες συγκρούσεις δεν θυμίζουν τις παλιές αναμετρήσεις κρατών με σαφή μέτωπα, στρατηγεία και γραμμές άμυνας που σπάνε με μία μεγάλη επίθεση. Σήμερα, ο πόλεμος είναι διάχυτος, αποκεντρωμένος, πολυεπίπεδος. Δεν τελειώνει με την πτώση μιας πρωτεύουσας, ούτε με την καταστροφή λίγων κρίσιμων στρατιωτικών στόχων.
Η Ουκρανία, η Υεμένη, η Συρία, ακόμη και ο πόλεμος Ισραήλ–Χαμάς, δείχνουν ότι η σύγκρουση πλέον μεταφέρεται στη φθορά: στα αποθέματα, στην εφοδιαστική αλυσίδα, στην οικονομία, στην κοινωνική συνοχή, στην πολιτική νομιμοποίηση. Ο χρόνος μετατρέπεται σε όπλο και η αντοχή σε στρατηγικό πλεονέκτημα.
Αυτό σημαίνει ότι η «γρήγορη νίκη» έχει γίνει σχεδόν πολιτικός μύθος. Μπορείς να κυριαρχήσεις στον αέρα και να μην ελέγχεις το έδαφος. Μπορείς να διαλύσεις υποδομές και να μη συντρίβεις τη βούληση του αντιπάλου. Μπορείς να καταγράφεις τακτικές επιτυχίες και ταυτόχρονα να χάνεις στρατηγικά, επειδή ο αντίπαλος δεν χρειάζεται να σε νικήσει — του αρκεί να σε κρατήσει παγιδευμένο.
Η Μέση Ανατολή είναι το νεκροταφείο της στρατηγικής του blitzkrieg
Στη Μέση Ανατολή, η κατάρρευση του παλιού δόγματος φαίνεται πιο καθαρά από οπουδήποτε αλλού. Το Ισραήλ, όπως και οι μεγάλες δυτικές δυνάμεις, διατηρεί μέσα στη στρατηγική του μνήμη την ιδέα της σύντομης, συντριπτικής επιχείρησης που αποκαθιστά την αποτροπή. Όμως η περιοχή δεν λειτουργεί πια με όρους κλασικού διακρατικού πολέμου.
Απέναντι δεν βρίσκονται μόνο τακτικοί στρατοί, αλλά δίκτυα, οργανώσεις, παραστρατιωτικοί μηχανισμοί, υπόγειες υποδομές, κοινωνικά ερείσματα και αποκεντρωμένες δομές που δεν εξουδετερώνονται με έναν βομβαρδισμό. Δεν υπάρχει πάντα «κεφάλι» για να κοπεί, ούτε ενιαίο μέτωπο για να διασπαστεί. Υπάρχει μόνο μια παρατεταμένη, πολυμορφική φθορά.
Και εκεί ακριβώς παγιδεύονται οι υπερδυνάμεις. Επενδύουν σε τεχνολογία, υπεροπλία και ταχύτητα, ενώ ο αντίπαλος επενδύει στην επιβίωση, στην προσαρμογή και στην εξάντληση του κόστους. Έτσι, η στρατιωτική ισχύς παραμένει τεράστια, αλλά η πολιτική απόδοση συρρικνώνεται. Το αποτέλεσμα είναι μια νέα εποχή, όπου ακόμη και οι ισχυροί μοιάζουν ανήμποροι να κλείσουν καθαρά έναν πόλεμο που οι ίδιοι άνοιξαν.
Η εποχή των blitzkrieg δεν τελείωσε επειδή οι υπερδυνάμεις έγιναν αδύναμες. Τελείωσε επειδή ο κόσμος έμαθε να τις εξαντλεί. Στον νέο χάρτη των συγκρούσεων, δεν κερδίζει όποιος βομβαρδίζει περισσότερο, αλλά όποιος αντέχει περισσότερο. Και αυτό είναι το μεγάλο στρατηγικό σοκ της εποχής μας: οι αυτοκρατορίες εξακολουθούν να χτυπούν πρώτες, αλλά δεν είναι πια καθόλου βέβαιο ότι θα μείνουν όρθιες μέχρι το τέλος.

