Η πρεμιέρα της δίκης για τα Τέμπη δεν εξέπεμψε δικαιοσύνη, αλλά αποδιοργάνωση. Αντί για θεσμική αρτιότητα, η χώρα είδε μια διαδικασία να ανοίγει μέσα σε ασφυκτικές συνθήκες, με τεχνικά προβλήματα, όρθιους συγγενείς, επιζώντες και δικηγόρους, και μια εικόνα που περισσότερο παρέπεμπε σε κρατική προχειρότητα παρά σε κορυφαία ποινική δίκη.
Και σαν να μην έφτανε το σκηνικό χάους, άρχισε αμέσως και η κλασική ελληνική τελετουργία της μετάθεσης ευθυνών: υπουργείο και Περιφέρεια να δείχνουν ο ένας τον άλλον, την ώρα που οι άνθρωποι που κουβαλούν το πένθος, τον θυμό και την απαίτηση για αλήθεια έβλεπαν ότι ούτε τα στοιχειώδη δεν είχαν διασφαλιστεί. Όταν η Δικαιοσύνη ξεκινά έτσι, το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι βαθιά θεσμικό.
Η ΑΙΘΟΥΣΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕ ΤΗ ΔΙΚΗ
Η δίκη των Τεμπών απαιτούσε έναν χώρο αντάξιο του βάρους της: λειτουργικό, ασφαλή, τεχνικά επαρκή, με σεβασμό στους συγγενείς των θυμάτων και με πλήρη δυνατότητα παρακολούθησης της διαδικασίας από όλους τους διαδίκους. Αντί γι’ αυτό, η πρεμιέρα σημαδεύτηκε από εικόνες συνωστισμού, ορθίων, ελλιπούς ακουστικής και γενικευμένης έντασης.
Δεν ήταν μια απλή οργανωτική αστοχία. Ήταν μια βίαιη υπενθύμιση ότι το κράτος, ακόμη και μπροστά στη μεγαλύτερη σιδηροδρομική τραγωδία της χώρας, εξακολουθεί να φέρεται σαν να αυτοσχεδιάζει. Και όταν αυτοσχεδιάζει το κράτος, εξευτελίζεται η ίδια η διαδικασία.
ΤΟ ΠΙΝΓΚ ΠΟΝΓΚ ΤΩΝ ΕΥΘΥΝΩΝ
Με το που ξέσπασαν οι αντιδράσεις, άνοιξε αμέσως ο γνωστός κύκλος της πολιτικής δειλίας. Κανείς δεν βγήκε να πει καθαρά «εμείς φταίμε». Κανείς δεν ανέλαβε ευθύνη με καθαρό λόγο και συγκεκριμένη παραδοχή. Αντί γι’ αυτό, ξεκίνησε η μεταφορά του βάρους από φορέα σε φορέα, από υπηρεσία σε υπηρεσία, από πολιτική πλευρά σε διοικητική.
Αυτό είναι το πιο δηλητηριώδες στοιχείο της υπόθεσης: όχι μόνο η αποτυχία, αλλά η άρνηση ιδιοκτησίας της αποτυχίας. Στην Ελλάδα των Τεμπών, ακόμη και όταν η πραγματικότητα σε διαψεύδει μπροστά στις κάμερες, το σύστημα επιμένει να κρύβεται πίσω από φράσεις, δικαιολογίες και αλληλοκατηγορίες.
ΟΤΑΝ Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΞΕΚΙΝΑ ΜΕ ΡΩΓΜΕΣ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ
Η παρέμβαση του Αρείου Πάγου ήρθε να δείξει πόσο φορτισμένο είναι ήδη το πεδίο. Όμως το μείζον δεν είναι μόνο οι εντάσεις, ούτε οι φωνές, ούτε τα πρόσωπα που επιχειρούν να μετατρέψουν την οδύνη σε σκηνικό πίεσης. Το μείζον είναι ότι η ίδια η επίσημη έναρξη της δίκης γέννησε νέα ρήγματα εμπιστοσύνης, αντί να λειτουργήσει ως σημείο θεσμικής αποκατάστασης.
Οι συγγενείς δεν ζητούν χάρη. Δεν ζητούν θέαμα. Δεν ζητούν ειδική μεταχείριση. Ζητούν αυτό που σε ένα κράτος δικαίου θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητο: σοβαρότητα, τάξη, σεβασμό και μια διαδικασία που να μην προσβάλλει εκ νέου τη μνήμη των νεκρών. Όταν ούτε αυτό δεν εξασφαλίζεται, τότε η Δικαιοσύνη ξεκινά λαβωμένη πριν καν μιλήσει.
Στα Τέμπη δεν συγκρούστηκαν μόνο τρένα. Συγκρούστηκε η κοινωνία με το πιο κυνικό πρόσωπο του κράτους. Και τώρα, στη δίκη, το ίδιο κράτος δείχνει πως ούτε από το σοκ διδάχθηκε ούτε από την οργή συμμορφώθηκε. Όταν η αίθουσα της Δικαιοσύνης θυμίζει πρόχειρο σκηνικό, τότε το μήνυμα είναι ανατριχιαστικό: πριν ακόμη αποδοθούν ποινικές ευθύνες, έχει ήδη καταρρεύσει η ηθική επάρκεια της Πολιτείας.

