Όταν το κράτος επικαλείται επιλεκτικά τα δικαιώματα, αλλά αφήνει στο περιθώριο το θεμελιώδες ερώτημα: ποιος υπερασπίζεται πραγματικά το συμφέρον του παιδιού;
Το παιδί δεν είναι υποσημείωση κανενός νομοσχεδίου
Η δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα έγινε, για ακόμη μία φορά, ανάποδα. Όλοι μίλησαν για τα δικαιώματα των ενηλίκων, για τη σύγχρονη κοινωνία, για τις νέες μορφές συμβίωσης, για τη “σωστή πλευρά της ιστορίας”. Όμως το κεντρικό πρόσωπο αυτής της υπόθεσης δεν είναι ούτε το κράτος, ούτε τα κόμματα, ούτε οι δικαστικοί ερμηνευτές της εποχής. Είναι το παιδί. Και το παιδί δεν είναι ιδεολογικό παράρτημα, ούτε εργαλείο επιβεβαίωσης πολιτικών επιλογών.
Η ίδια η διεθνής έννομη τάξη, την οποία επικαλούνται κατά τα λοιπά οι υπέρμαχοι κάθε “προόδου”, έχει βάλει στο κέντρο το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού. Όχι το συμφέρον των ενηλίκων. Όχι την επιθυμία των ενηλίκων. Όχι την αυτοπραγμάτωση των ενηλίκων. Το παιδί δεν ορίζεται ως αντικείμενο διευθέτησης, αλλά ως φορέας αυτοτελών δικαιωμάτων. Κι όμως, στην ελληνική συζήτηση, αυτό ακριβώς το αυτονόητο έγινε το πρώτο θύμα.
Το Σύνταγμα δεν είναι λάστιχο
Η δεύτερη μεγάλη πληγή αφορά τη θεσμική εικόνα της Δικαιοσύνης. Όταν το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο εμφανίζεται επανειλημμένα να “διαβάζει” το Σύνταγμα με τρόπο που συμβαδίζει απολύτως με την εκάστοτε κυβερνητική βούληση, τότε δεν παράγεται απλώς μία νομική κρίση. Παράγεται βαρύ πολιτικό και θεσμικό αποτύπωμα.
Το άρθρο 21 δεν γράφτηκε για να λειτουργεί ως εύπλαστο υλικό ιδεολογικής προσαρμογής. Γράφτηκε για να προστατεύει συγκεκριμένους θεσμούς, συγκεκριμένα αγαθά, συγκεκριμένες σταθερές της κοινωνικής συνοχής. Αν κάθε σαφής συνταγματική πρόβλεψη μπορεί να ανακατασκευάζεται στο όνομα διεθνών τάσεων, ευρωπαϊκών ρευμάτων ή εκσυγχρονιστικών πιέσεων, τότε το ερώτημα είναι απλό: ποιος υπερασπίζεται τελικά τον σκληρό πυρήνα της συνταγματικής τάξης;
Η Δικαιοσύνη οφείλει να απονέμει δίκαιο, όχι να επικυρώνει πολιτικό κλίμα. Και όταν η κοινωνία ήδη δυσπιστεί απέναντι στους θεσμούς, τέτοιες αποφάσεις δεν εκλαμβάνονται ως ουδέτερες νομικές σταθμίσεις, αλλά ως ακόμη ένα σημάδι ενσωμάτωσης στο κυβερνητικό αφήγημα.
Μία κοινωνία κρίνεται από το τι στερεί από τα παιδιά
Το ουσιαστικό ζήτημα δεν λύνεται με συνθήματα περί συμπερίληψης. Ούτε με την εύκολη καταγγελία κάθε αντίρρησης ως σκοταδισμού. Το ερώτημα είναι βαρύ και δεν σηκώνει φθηνές ετικέτες: έχει το παιδί δικαίωμα, όπου είναι δυνατόν, στην παρουσία μητρικού και πατρικού προτύπου; Έχει δικαίωμα να μη μεγαλώνει μέσα σε μια εκ προοιμίου θεσμοθετημένη απουσία; Έχει δικαίωμα η Πολιτεία να νομοθετεί πρωτίστως με μέτρο τη δική του ανάγκη και όχι την επιθυμία των μεγάλων;
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το ηθικό και πολιτικό ρήγμα. Διότι μια κοινωνία μπορεί να επενδύει ατελείωτα σε δικαιωματικές διακηρύξεις, αλλά αποκαλύπτεται από το τι αφαιρεί σιωπηρά από τα παιδιά της. Και όταν το παιδί καλείται να προσαρμοστεί σε επιλογές που δεν το ρώτησαν ποτέ, τότε δεν μιλάμε για πρόοδο. Μιλάμε για επιβολή με φιλελεύθερη κορδέλα.
Σήμερα στην Ελλάδα περισσεύουν οι ευαισθησίες για όλα — για τα ζώα, για τις εικόνες, για τις εντυπώσεις, για τις διεθνείς επιδοκιμασίες. Εκείνο που λείπει είναι το θάρρος να ειπωθεί το απλό: τα παιδιά δεν υπάρχουν για να υπηρετούν τις ιδεολογίες των ενηλίκων. Αν το κράτος, η κυβέρνηση και τα ανώτατα δικαστήρια δεν μπορούν να το υπερασπιστούν αυτό, τότε δεν εκσυγχρονίζουν τη χώρα· απλώς νομιμοποιούν την πιο κομψή μορφή εγκατάλειψης.

