Υπάρχουν στιγμές που η σιωπή στην πολιτική δεν είναι απλώς αμηχανία. Είναι στάση. Είναι επιλογή. Είναι μήνυμα.
Και στην υπόθεση των περίπου 70 εκατομμυρίων ευρώ που, σύμφωνα με δημοσιεύματα, κατευθύνθηκαν μέσω του Υπουργείου Υγείας προς τη UNICEF για προγράμματα με επίκεντρο τα παιδιά, η σιωπή της αναπληρώτριας υπουργού Υγείας Ειρήνης Αγαπηδάκη δεν μπορεί να περάσει σαν μια ακόμη επικοινωνιακή αστοχία.
Εδώ δεν μιλάμε για ψιλά. Δεν μιλάμε για ένα μικρό κονδύλι. Μιλάμε για δεκάδες εκατομμύρια ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης και από δημόσιους πόρους. Μιλάμε για χρήματα που φέρουν το όνομα των παιδιών, της παιδικής παχυσαρκίας, της οικογένειας, της ψυχικής υγείας, της πρόληψης. Δηλαδή για τις πιο ευαίσθητες λέξεις που μπορεί να χρησιμοποιήσει ένα κράτος για να δικαιολογήσει δημόσια δαπάνη.
Και ακριβώς γι’ αυτό η λογοδοσία δεν είναι πολυτέλεια. Είναι υποχρέωση.
Σύμφωνα με τα ερωτήματα που τέθηκαν δημόσια, ζητείται να απαντηθεί πού πήγαν τα 69.003.631,25 ευρώ. Ζητείται αναλυτικός οικονομικός απολογισμός. Ζητείται να εξηγηθεί γιατί επελέγη η UNICEF, γιατί δεν υλοποιήθηκαν τα προγράμματα από εποπτευόμενους φορείς του Υπουργείου Υγείας, πώς διασφαλίστηκε η διαφάνεια, ποιες δαπάνες έγιναν, ποιοι πληρώθηκαν, ποιες δράσεις υλοποιήθηκαν, πόσα χρήματα πήγαν σε πραγματική πρόληψη και πόσα σε επικοινωνία.
Αυτά δεν είναι «αντιπολιτευτική γκρίνια». Είναι αυτονόητα ερωτήματα σε κάθε σοβαρή δημοκρατία.
Όταν μια κυβέρνηση διαχειρίζεται δημόσιο και ευρωπαϊκό χρήμα, δεν απαντά με τελετές, φωτογραφίες, καμπάνιες και χαμόγελα. Απαντά με παραστατικά. Με απολογισμούς. Με πίνακες δαπανών. Με συμβάσεις. Με εκθέσεις υλοποίησης. Με στοιχεία που μπορεί να ελέγξει ο πολίτης, ο δημοσιογράφος, η Βουλή, η Δικαιοσύνη, η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Γιατί εδώ βρίσκεται το μεγάλο πρόβλημα: η κυβέρνηση εμφανίζει ως «μεταρρύθμιση» αυτό που οφείλει να αποδείξει ότι δεν είναι μηχανισμός διαχείρισης κονδυλίων χωρίς επαρκή δημόσιο έλεγχο.
Τα παιδιά δεν μπορεί να γίνονται επικοινωνιακό άλλοθι. Η παιδική παχυσαρκία δεν μπορεί να γίνεται φόντο για πολιτική προβολή. Η ψυχική υγεία των παιδιών δεν μπορεί να μετατρέπεται σε τίτλο προγράμματος χωρίς καθαρό λογαριασμό. Και το Ταμείο Ανάκαμψης δεν είναι κομματικό ταμείο για να μοιράζεται πίσω από κλειστές πόρτες, χωρίς να γνωρίζει η κοινωνία τι ακριβώς αγοράστηκε, από ποιον, με ποιο κόστος και με ποιο αποτέλεσμα.
Αν όλα είναι νόμιμα και καθαρά, τόσο το καλύτερο. Τότε η κυρία Αγαπηδάκη έχει έναν πολύ απλό δρόμο: να δώσει αμέσως στη δημοσιότητα τον πλήρη φάκελο. Όχι γενικόλογες δηλώσεις. Όχι ωραίες λέξεις. Όχι «δράσεις», «ευαισθητοποίηση» και «πρόληψη» ως επικοινωνιακή ομίχλη. Πλήρη απολογισμό ευρώ προς ευρώ.
Πόσα πήγαν σε υπηρεσίες;
Πόσα πήγαν σε καμπάνιες;
Πόσα πήγαν σε συμβούλους;
Πόσα πήγαν σε πλατφόρμες;
Πόσα πήγαν σε υλικό;
Πόσα πήγαν σε διοργάνωση εκδηλώσεων;
Πόσα πήγαν πραγματικά στα παιδιά;
Και κυρίως: ποιο είναι το μετρήσιμο αποτέλεσμα;
Διότι το δημόσιο χρήμα δεν κρίνεται από τις προθέσεις. Κρίνεται από τα στοιχεία. Από το αποτέλεσμα. Από τη διαφάνεια. Από τη δυνατότητα ελέγχου.
Ας το καταλάβουν επιτέλους και όσοι ακόμη χειροκροτούν μηχανικά τη Νέα Δημοκρατία: όταν μια κυβέρνηση μαθαίνει να λειτουργεί χωρίς λογοδοσία, δεν βλάπτει μόνο τους πολιτικούς της αντιπάλους. Βλάπτει όλη τη χώρα. Βλάπτει και τα δικά σας παιδιά. Βλάπτει και το μέλλον εκείνων που σήμερα πιστεύουν ότι «δεν μας αφορά, γιατί είναι οι δικοί μας».
Η διαφθορά, η αδιαφάνεια και η αλαζονεία δεν έχουν χρώμα όταν έρχεται ο λογαριασμός. Τον πληρώνει ο πολίτης. Τον πληρώνει το νοσοκομείο που δεν έχει προσωπικό. Τον πληρώνει το παιδιατρικό τμήμα που υπολειτουργεί. Τον πληρώνει η οικογένεια που ψάχνει ραντεβού, γιατρό, στήριξη, θεραπεία.
Γι’ αυτό το ερώτημα είναι απλό και αμείλικτο:
Κυρία Αγαπηδάκη, πού πήγαν τα χρήματα;
Και αν η απάντηση υπάρχει, γιατί δεν δίνεται;
Σε μια δημοκρατία, οι υπουργοί δεν είναι ιδιοκτήτες των κονδυλίων. Είναι διαχειριστές δημόσιας εμπιστοσύνης. Και όταν η εμπιστοσύνη ραγίζει, δεν αποκαθίσταται με σιωπή. Αποκαθίσταται μόνο με πλήρη διαφάνεια.
Όλα στο φως. Τώρα.

