Υπάρχει μια παλιά, δοκιμασμένη συνταγή εξουσίας: όταν η οργή δεν μπορεί να σβήσει, προσπάθησε να τη διαχειριστείς. Όταν ο πόνος δεν μπορεί να κρυφτεί, προσπάθησε να τον τακτοποιήσεις. Και όταν ένας άνθρωπος που έχασε το παιδί του δεν σωπαίνει, τότε παρουσίασέ τον ως «υπερβολικό», «μοναχικό», «πολιτικοποιημένο», «ενοχλητικό».
Αυτό συμβαίνει με τη Μαρία Καρυστιανού.
Δεν τους ενοχλεί απλώς ότι μιλάει. Τους ενοχλεί ότι δεν μιλάει όπως θα ήθελαν. Δεν τους ενοχλεί μόνο ότι ζητά δικαιοσύνη. Τους ενοχλεί ότι δεν δέχεται να μετατραπεί η τραγωδία σε φάκελο αρχείου, σε αποζημίωση, σε ανακοίνωση υπουργείου, σε μια θλιμμένη τελετή με στεφάνια και κάμερες.
Γιατί η Καρυστιανού χαλάει το αφήγημα.
Το αφήγημα ήθελε τους συγγενείς των θυμάτων βουβούς, εξαντλημένους, «ευγνώμονες» για όσα τους δόθηκαν, και τελικά ακίνδυνους. Ήθελε τον πόνο ιδιωτική υπόθεση, όχι δημόσια απαίτηση. Ήθελε τη μνήμη συγκινητική, αλλά όχι ενοχλητική. Ήθελε δάκρυα, αλλά όχι ερωτήματα. Ήθελε πένθος, αλλά όχι ευθύνες.
Μόνο που κάποιοι άνθρωποι, όταν χάνουν τα πάντα, δεν έχουν πια τίποτα να φοβηθούν.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη ενόχληση. Η Καρυστιανού δεν σήκωσε απλώς το βάρος της προσωπικής της απώλειας. Σήκωσε και το βάρος μιας κοινωνίας που είδε παιδιά να χάνονται και ένα κράτος να προσπαθεί να εμφανιστεί ως συμπονετικό, ενώ την ίδια στιγμή πάλευε να αποφύγει την πλήρη λογοδοσία.
Ασφαλώς, κανείς δεν έχει δικαίωμα να κρίνει πώς πενθεί κάθε οικογένεια. Άλλος σωπαίνει. Άλλος αποσύρεται. Άλλος δεν αντέχει τη δημοσιότητα. Άλλος θέλει να συνεχίσει τη ζωή του όπως μπορεί. Αυτό είναι απολύτως σεβαστό. Ο πόνος δεν μπαίνει σε ζυγαριά, ούτε υπάρχει σωστός και λάθος τρόπος να θρηνήσεις.
Άλλο όμως αυτό και άλλο η προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί η στάση κάποιων συγγενών για να χτυπηθεί όποιος επιμένει να ζητά απαντήσεις.
Γιατί εκεί αλλάζει το πράγμα.
Όταν το σύστημα λέει, περίπου, «οι περισσότεροι προχώρησαν, αυτή γιατί επιμένει;», δεν κάνει ανάλυση. Κάνει δολοφονία χαρακτήρα. Προσπαθεί να απομονώσει τη φωνή που δεν ελέγχεται. Να την παρουσιάσει ως εξαίρεση. Να την αποκόψει από την κοινωνική νομιμοποίηση. Να πει στον κόσμο: «μην ακούτε αυτήν, είναι μόνη της».
Μόνο που δεν είναι μόνη της.
Πίσω από τη φωνή της βρίσκονται χιλιάδες πολίτες που δεν θέλουν άλλο κουκούλωμα. Που δεν αντέχουν άλλο τη λογική του «πάμε παρακάτω». Που δεν δέχονται ότι σε αυτή τη χώρα όλα τελειώνουν με μια ΕΔΕ, μια επιτροπή, ένα πόρισμα, μια συνέντευξη υπουργού και λίγη επικοινωνιακή σκόνη πάνω στα ερείπια.
Η Καρυστιανού δεν τους χαλάει επειδή φωνάζει. Τους χαλάει επειδή θυμίζει.
Θυμίζει ότι πίσω από τα νούμερα υπήρχαν άνθρωποι. Παιδιά. Οικογένειες. Ζωές που κόπηκαν. Θυμίζει ότι η δικαιοσύνη δεν είναι χάρη της εξουσίας προς τους πολίτες, αλλά υποχρέωση. Θυμίζει ότι η αποζημίωση δεν είναι συγχωροχάρτι. Θυμίζει ότι το κράτος δεν μπορεί πρώτα να αποτυγχάνει τραγικά και μετά να ζητά και ευγνωμοσύνη επειδή μοίρασε κάποια μέτρα ανακούφισης.
Αυτό είναι το πιο εξοργιστικό: η απαίτηση ευγνωμοσύνης.
Λες και όποιος πήρε μια σύνταξη, μια διαγραφή χρέους, μια οικονομική διευκόλυνση, πρέπει αυτομάτως να ξεχάσει. Λες και η υλική στήριξη ακυρώνει την ανάγκη για αλήθεια. Λες και το κράτος μπορεί να πει: «σου έδωσα κάτι, τώρα σώπα».
Όχι. Δεν πάει έτσι.
Η στήριξη στις οικογένειες των θυμάτων ήταν το ελάχιστο. Δεν ήταν γενναιοδωρία. Δεν ήταν χάρη. Δεν ήταν πολιτικό δώρο. Ήταν μια στοιχειώδης υποχρέωση μιας Πολιτείας που είχε ήδη αποτύχει να προστατεύσει τις ζωές των ανθρώπων της.
Και καμία παροχή, κανένα μέτρο, καμία ρύθμιση δεν μπορεί να κλείσει τον λογαριασμό της ευθύνης.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι η Καρυστιανού. Το πρόβλημα είναι ότι η Καρυστιανού δεν μπήκε στο κάδρο που της ετοίμασαν. Δεν έγινε η «πενθούσα μητέρα» που θα την επικαλούνται μόνο στις επετείους. Δεν περιορίστηκε σε μια συγκινητική παρουσία. Δεν δέχθηκε να γίνει διακοσμητικό στοιχείο μιας κρατικής συγγνώμης χωρίς συνέπειες.
Έγινε πολιτικό και ηθικό πρόβλημα για όσους ήθελαν η υπόθεση να ξεθυμάνει.
Και αυτό δεν της το συγχωρούν.
Γι’ αυτό προσπαθούν να τη μειώσουν. Γι’ αυτό ψάχνουν να βρουν αν την ακολούθησαν «πέντε ή δέκα». Γι’ αυτό μετράνε συγγενείς, αντί να μετράνε ευθύνες. Γι’ αυτό ανοίγουν συζητήσεις για το ποιος πήρε τι, αντί να απαντήσουν ποιος έφταιξε, ποιος συγκάλυψε, ποιος καθυστέρησε, ποιος κρύφτηκε.
Γιατί όταν δεν μπορείς να απαντήσεις στην ουσία, χτυπάς τον άνθρωπο.
Μόνο που εδώ το έργο παίζεται πια μπροστά σε μια κοινωνία που έχει καταλάβει πολλά. Έχει καταλάβει ότι η σιωπή συχνά παρουσιάζεται ως «σύνεση», ενώ είναι φόβος. Ότι η διεκδίκηση βαφτίζεται «εμμονή», όταν ενοχλεί τους ισχυρούς. Ότι η μνήμη γίνεται αποδεκτή μόνο όταν δεν ζητά δικαιοσύνη.
Η Καρυστιανού, λοιπόν, τους χαλάει το αφήγημα γιατί δεν ζητά λύπηση. Ζητά λογοδοσία.
Και αυτό είναι πολύ πιο επικίνδυνο για την εξουσία από οποιαδήποτε κραυγή. Είναι σταθερό. Είναι καθαρό. Είναι ανθρώπινο. Και κυρίως, είναι δίκαιο.
Τους ήθελαν ευγνώμονες, όχι όρθιους.
Αλλά κάποιοι άνθρωποι, ακόμα και μέσα στα συντρίμμια, στέκονται όρθιοι. Και όσο στέκονται, θυμίζουν σε όλους μας ότι η Δικαιοσύνη δεν είναι αίτημα πολυτελείας. Είναι το τελευταίο ανάχωμα πριν μια χώρα συνηθίσει οριστικά την ατιμωρησία.

