Η Λάουρα Κοβέσι δεν ύψωσε τη φωνή. Δεν χρειάστηκε. Με ήρεμο τόνο, αλλά με λέξεις που καρφώνονται, περιέγραψε αυτό που η ελληνική πολιτική τάξη προσπαθεί χρόνια να παρουσιάζει ως “ιδιαιτερότητα”: τη διαφθορά ως κανονικότητα.
Υπάρχουν στιγμές που η πιο βαριά πολιτική καταγγελία δεν γίνεται με κραυγές. Γίνεται χαμηλόφωνα. Σχεδόν ψυχρά. Με τη βεβαιότητα ανθρώπου που δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει, αλλά να περιγράψει.
Αυτό έκανε η Λάουρα Κοβέσι.
Στο Φόρουμ των Δελφών, η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας δεν μίλησε σαν πολιτικός αντίπαλος κανενός. Μίλησε σαν εισαγγελέας. Και ακριβώς γι’ αυτό η παρέμβασή της ήταν πιο βαριά. Διότι δεν μπήκε στη μικροπολιτική φασαρία. Δεν απάντησε με συνθήματα. Έβαλε τα πράγματα στη θέση τους.
Η διαφθορά, η κατάχρηση εξουσίας, η απάτη, το εμπόριο επιρροής δεν είναι «πολιτική λειτουργία». Δεν είναι μέρος της δουλειάς των πολιτικών. Δεν είναι καθήκον τους. Δεν είναι ελληνική ιδιομορφία. Είναι εγκλήματα.
Και αυτή η φράση, όσο απλή κι αν ακούγεται, είναι πολιτικός σεισμός.
Το «έτσι γίνονται τα πράγματα στην Ελλάδα» τελείωσε
Το πιο επικίνδυνο σύστημα δεν είναι εκείνο που κρύβει τη διαφθορά. Είναι εκείνο που την εξηγεί. Που την ντύνει με λαϊκή σοφία. Που την κάνει ανέκδοτο, συνήθεια, αναγκαίο κακό.
«Έτσι γίνονται τα πράγματα στην Ελλάδα».
Αυτή είναι η φράση-καταφύγιο. Το πλυντήριο. Το άλλοθι. Η μεγάλη εθνική υπεκφυγή.
Η Κοβέσι όμως την πέταξε πίσω στο πρόσωπο του συστήματος. Δεν την αποδέχθηκε. Δεν την κανονικοποίησε. Δεν είπε «καταλαβαίνω». Είπε, ουσιαστικά: όχι, δεν είναι έτσι.
Και έχει σημασία ότι το είπε αυτό όχι για να προσβάλει τους Έλληνες, αλλά για να τους ξεχωρίσει από όσους τους χρησιμοποιούν ως άλλοθι. Διότι άλλο ο λαός και άλλο το κύκλωμα. Άλλο ο πολίτης που ψάχνει το δίκιο του και άλλο ο μηχανισμός που τον αφήνει έξω επειδή δεν «ξέρει κάποιον».
Η επιστολή της αγρότισσας που επικαλέστηκε η Κοβέσι είναι ίσως η πιο δυνατή εικόνα όλης της παρέμβασης. Μια γυναίκα που έχει γη, δουλειά, ανάγκη, αλλά δεν έχει πρόσβαση. Δεν έχει πολιτικό διαμεσολαβητή. Δεν έχει το σωστό τηλέφωνο. Δεν έχει το σωστό επώνυμο.
Και απέναντί της, άλλοι φέρονται να παίρνουν επιδοτήσεις, να ταξιδεύουν πολυτελώς, να αγοράζουν ακριβά αυτοκίνητα.
Αν αυτό δεν είναι η ακτινογραφία του πελατειακού κράτους, τότε τι είναι;
Ο ΟΠΕΚΕΠΕ ως ακρωνύμιο ενός συστήματος
Η φράση της Κοβέσι ότι ο ΟΠΕΚΕΠΕ έγινε «ακρωνύμιο της διαφθοράς, του νεποτισμού και των πελατειακών σχέσεων» δεν είναι απλώς μια σκληρή διατύπωση. Είναι πολιτική διάγνωση.
Διότι εδώ δεν μιλάμε μόνο για έναν οργανισμό. Μιλάμε για έναν τρόπο λειτουργίας. Για ένα κράτος που επί χρόνια έμαθε να μοιράζει πρόσβαση αντί για δικαιοσύνη. Να επιβραβεύει τον γνωστό, τον κολλητό, τον χρήσιμο, τον εκλογικά απαραίτητο.
Και όταν έρχεται η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να ανοίξει φακέλους, τότε αρχίζει η γνωστή παράσταση.
Δεν συζητάμε την ουσία. Συζητάμε τη διαδικασία. Δεν απαντάμε στις καταγγελίες. Επιτιθέμεθα στους ελεγκτές. Δεν κοιτάμε τα στοιχεία. Φωνάζουμε για σκοπιμότητες.
Το έργο είναι παλιό.
Μόνο που αυτή τη φορά το κοινό δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό. Και οι θεσμοί που ενοχλούνται δεν είναι όλοι εσωτερικά διαχειρίσιμοι.
Το λιμάνι, η κοκαΐνη και η σιωπή
Η άλλη φράση που πρέπει να κρατηθεί είναι ακόμη πιο ωμή: «Η κοκαΐνη δεν πέφτει από τον ουρανό».
Δεν είναι λογοτεχνία. Είναι θεσμική προειδοποίηση.
Όταν μια χώρα έχει μεγάλο λιμάνι, όταν περνούν φορτία, κοντέινερ, εμπορεύματα, χρήμα, επιρροές και κυκλώματα, τότε η διαφθορά δεν είναι θεωρητικό πρόβλημα. Είναι υποδομή. Είναι δίκτυο. Είναι πρόσβαση. Είναι μάτια που κλείνουν, έλεγχοι που δεν γίνονται, μηχανισμοί που δεν λειτουργούν ή λειτουργούν επιλεκτικά.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το μεγάλο ερώτημα: πόσο βαθιά είναι η τρύπα;
Διότι αν η κοκαΐνη δεν πέφτει από τον ουρανό, ούτε τα κυκλώματα φυτρώνουν μόνα τους. Χρειάζονται ανοχές. Χρειάζονται περάσματα. Χρειάζονται προστασίες. Χρειάζονται ανθρώπους που είτε συμμετέχουν είτε κάνουν πως δεν βλέπουν.
Ένας αστυνομικός για τις απομαγνητοφωνήσεις
Και μέσα σε όλα αυτά, η Κοβέσι είπε κάτι που θα έπρεπε από μόνο του να προκαλέσει πολιτικό συναγερμό: τεράστιος όγκος επισυνδέσεων απομαγνητοφωνείται από έναν μόνο αστυνομικό.
Έναν.
Αν αυτό ισχύει, τότε δεν μιλάμε απλώς για καθυστέρηση. Μιλάμε για θεσμική υπονόμευση διά της ανεπάρκειας. Για έναν μηχανισμό που καλείται να αντιμετωπίσει οργανωμένη απάτη, διαφθορά και πολύπλοκες υποθέσεις με εργαλεία που θυμίζουν χειροκίνητο κράτος περασμένων δεκαετιών.
Και μετά κάποιοι αναρωτιούνται γιατί καθυστερούν οι έρευνες.
Η απάντηση είναι απλή: όταν δεν δίνεις μέσα, δεν θέλεις ταχύτητα. Όταν δεν ενισχύεις τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, δεν θέλεις έλεγχο. Όταν αφήνεις έναν άνθρωπο να σηκώνει βάρος που απαιτεί ολόκληρη ομάδα, τότε η καθυστέρηση δεν είναι ατύχημα. Είναι αποτέλεσμα.
Ο Άρειος Πάγος και το Ευρωδικαστήριο
Ιδιαίτερο βάρος είχε και η απάντηση της Κοβέσι για τη θητεία των Ευρωπαίων Εισαγγελέων.
Το μήνυμα ήταν καθαρό: αν υπάρχει διαφωνία, υπάρχουν θεσμικοί δρόμοι. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο είναι εκεί. Όχι υπαινιγμοί, όχι θόρυβος, όχι παρασκηνιακή πίεση. Προσφυγή.
Αυτό είναι κράτος δικαίου.
Δεν είναι κράτος δικαίου να αμφισβητείς θεσμικές αποφάσεις στον αέρα, ανάλογα με το αν σε βολεύουν. Δεν είναι κράτος δικαίου να αποδέχεσαι την Ευρώπη όταν χρηματοδοτεί και να τη θεωρείς ενοχλητική όταν ελέγχει.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν είναι διακοσμητικός θεσμός. Δεν υπάρχει για να μοιράζει ευρωπαϊκή νομιμοποίηση στις κυβερνήσεις. Υπάρχει για να ερευνά εγκλήματα που αφορούν ευρωπαϊκά χρήματα.
Και αυτό φαίνεται ότι στην Ελλάδα κάποιοι το αντιλήφθηκαν καθυστερημένα.
Η πιο βαριά κατηγορία: η ατιμωρησία
Η Κοβέσι δήλωσε σοκαρισμένη από την ατιμωρησία. Αυτό ίσως είναι το πιο βαρύ σημείο.
Διότι η διαφθορά από μόνη της είναι πρόβλημα. Αλλά η διαφθορά χωρίς συνέπειες είναι καθεστώς.
Όταν ο παραβάτης πληρώνει κάτι και συνεχίζει ελεύθερος, όταν το πολιτικό κόστος απορροφάται, όταν οι ευθύνες θολώνουν, όταν οι υποθέσεις χρονίζουν, όταν ο πολίτης βλέπει ότι οι ισχυροί πέφτουν πάντα στα μαλακά, τότε δεν έχουμε απλώς σκάνδαλα. Έχουμε διάβρωση εμπιστοσύνης.
Και εκεί αρχίζει το πραγματικό πολιτικό κόστος.
Όχι για ένα κόμμα. Για τη Δημοκρατία.
Η τελική γροθιά
Η Λάουρα Κοβέσι δεν είπε κάτι εξωφρενικό. Είπε το αυτονόητο.
Ότι η απάτη δεν είναι καθήκον.
Ότι η διαφθορά δεν είναι παράδοση.
Ότι το ρουσφέτι δεν είναι πολιτική.
Ότι η κατάχρηση εξουσίας δεν είναι ελληνικό έθιμο.
Ότι η Ευρώπη δεν είναι μόνο τα κονδύλια, είναι και ο έλεγχος.
Και αυτό ακριβώς είναι που ενόχλησε.
Διότι το σύστημα αντέχει τις φωνές. Τις απορροφά. Τις γελοιοποιεί. Τις μετατρέπει σε θόρυβο.
Αυτό που δεν αντέχει είναι το ήρεμο, θεσμικό, τεκμηριωμένο βλέμμα που του λέει κατά πρόσωπο:
Δεν είστε η Ελλάδα.
Είστε αυτό που κρατά την Ελλάδα πίσω.

