Μία από τις σημαντικότερες μονάδες επεξεργασίας ρητίνης στην Ελλάδα στήριξε εκατοντάδες οικογένειες και συνέδεσε τη Βόρεια Εύβοια με την ελληνική και τη διεθνή αγορά
Εκεί όπου σήμερα απομένουν πέτρινοι τοίχοι, παλιές δεξαμενές και τα ίχνη εγκαταστάσεων που παλεύουν με τη φθορά του χρόνου, κάποτε χτυπούσε μία από τις σημαντικότερες βιομηχανικές «καρδιές» της Βόρειας Εύβοιας.
Το εργοστάσιο επεξεργασίας ρητίνης των αδελφών Ριτσώνη, στα νοτιοανατολικά της Λίμνης, δεν αποτέλεσε απλώς μια τοπική επιχείρηση. Υπήρξε βασικός κρίκος μιας ολόκληρης παραγωγικής αλυσίδας που ξεκινούσε από τα πευκοδάση της Εύβοιας, περνούσε από τα χέρια εκατοντάδων ρητινοσυλλεκτών και κατέληγε, μέσω του λιμανιού της Λίμνης, στην ελληνική και τη διεθνή αγορά.
Από τα τέλη του 19ου αιώνα
Η δραστηριότητα ξεκίνησε στα τέλη του 19ου αιώνα από τον Ιωάννη Κ. Ριτσώνη. Μετά τον θάνατό του, η επιχείρηση πέρασε στους διαδόχους του και συνέχισε να λειτουργεί με την επωνυμία «Εταιρεία Αδελφών Ι. Ριτσώνη».
Αργότερα ανέλαβε η επόμενη γενιά της οικογένειας, ενώ από το 1935 συναντάται και η εταιρική μορφή «Ν. Ριτσώνης Α.Ε.».
Η μονάδα λειτούργησε για πολλές δεκαετίες και φαίνεται ότι διέκοψε οριστικά την παραγωγική της δραστηριότητα περίπου στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Μέχρι τότε είχε προλάβει να αφήσει ισχυρό οικονομικό και κοινωνικό αποτύπωμα σε ολόκληρη τη Βόρεια Εύβοια.
Νέφτι, κολοφώνιο και βιομηχανικά παράγωγα
Βασική πρώτη ύλη ήταν η φυσική ρητίνη που συγκέντρωναν οι ρητινοσυλλέκτες από τα πεύκα των δασών της περιοχής. Μέσα από τη διαδικασία της απόσταξης, το εργοστάσιο παρήγαγε κυρίως τερεβινθέλαιο, γνωστό ως νέφτι, και κολοφώνιο, το στερεό υπόλειμμα της απόσταξης που ήταν γνωστό και ως «σανταλό».
Τα προϊόντα αυτά χρησιμοποιούνταν για την παρασκευή βερνικιών, χρωμάτων, σαπουνιών και πολλών άλλων βιομηχανικών υλικών. Σε παλαιά έγγραφα η μονάδα αναφέρεται ως εργοστάσιο «νεφτοποιίας και σανταλοποιίας», χαρακτηρισμός που περιέγραφε τις δύο βασικές γραμμές παραγωγής της.
Σε βιομηχανικούς οδηγούς της δεκαετίας του 1940, η εταιρεία Ριτσώνη καταγραφόταν ανάμεσα στα ελάχιστα μεγάλα εργοστάσια τερεβινθελαίου και κολοφωνίου της χώρας.
Σύμφωνα με ιστορικές αναφορές, λίγο πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η ετήσια παραγωγή της έφθανε περίπου τους 4.000 τόνους κολοφωνίου και τους 1.600 τόνους τερεβινθελαίου. Μεγέθη εντυπωσιακά για μια βιομηχανική μονάδα που λειτουργούσε σε έναν σχετικά μικρό τόπο όπως η Λίμνη.
Από την αποθήκη στις ξύλινες προβλήτες
Η μεταφορά των προϊόντων αποτελούσε μια επίπονη, σχεδόν τελετουργική διαδικασία.
Το κολοφώνιο τοποθετούνταν σε μεγάλα ξύλινα βαρέλια. Οι εργάτες τα κυλούσαν από τις αποθήκες μέχρι τις ξύλινες προβλήτες, προκειμένου να φορτωθούν σε καΐκια και μικρά εμπορικά πλοία.
Το τερεβινθέλαιο αποθηκευόταν σε μεταλλικά βαρέλια, παρόμοια με εκείνα του πετρελαίου, και μεταφερόταν με τον ίδιο τρόπο προς το σημείο φόρτωσης. Κατά τα τελευταία χρόνια λειτουργίας της μονάδας, σημαντικές ποσότητες νέφτι κατευθύνονταν προς τον Ασπρόπυργο, όπου η εταιρεία διέθετε πρόσθετες εγκαταστάσεις που συνδέονταν με την παραγωγή χρωμάτων.
Το βιομηχανικό συγκρότημα περιλάμβανε γεφυροπλάστιγγα, λέβητες απόσταξης, αποθήκες ρητίνης, μεγάλες μεταλλικές δεξαμενές, διοικητικά γραφεία και δύο ξύλινες προβλήτες. Διέθετε επίσης μεγάλη καπνοδόχο, η οποία εκτεινόταν αρκετά μέτρα προς την πλευρά του λόφου.
Μια ολόκληρη οικονομία γύρω από τη ρητίνη
Η πραγματική ιστορία του εργοστασίου δεν περιορίζεται στους τοίχους, στους λέβητες και στις δεξαμενές του. Είναι η ιστορία μιας ολόκληρης παραγωγικής διαδρομής:
Πευκοδάσος – ρητινοσυλλέκτες – μεταφορά – εργοστάσιο Ριτσώνη – λιμάνι Λίμνης – ελληνική και διεθνής αγορά.
Το εργοστάσιο απορροφούσε τη ρητίνη εκατοντάδων παραγωγών, επηρέαζε άμεσα την οικονομική ζωή της Λίμνης και συνδεόταν με τη δασική εκμετάλλευση σχεδόν ολόκληρης της Βόρειας Εύβοιας.
Για πολλές οικογένειες, η ρητίνη δεν αποτελούσε απλώς ένα προϊόν του δάσους. Ήταν εργασία, εισόδημα και τρόπος ζωής. Η επιχείρηση Ριτσώνη είχε σχεδόν μονοπωλιακή θέση στην ελληνική αγορά επεξεργασίας ρητίνης, λειτουργώντας ως γέφυρα ανάμεσα στους ανθρώπους του δάσους και τη μεγάλη βιομηχανική παραγωγή.
Ο ανταγωνισμός που έφερε το τέλος
Καθοριστικό πλήγμα για τη λειτουργία της μονάδας αποτέλεσε η εμφάνιση φθηνότερου τεχνικού κολοφωνίου, κυρίως από την Ιαπωνία. Οι νέες συνθήκες που δημιουργήθηκαν στην αγορά περιόρισαν δραστικά την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής φυσικής παραγωγής.
Σταδιακά, η βιομηχανική δραστηριότητα υποχώρησε και το εργοστάσιο έκλεισε. Μαζί του ολοκληρώθηκε ένα μεγάλο κεφάλαιο της παραγωγικής ιστορίας της Λίμνης και της Βόρειας Εύβοιας.
Ένα βιομηχανικό μνημείο που εγκαταλείφθηκε
Σήμερα, το μεγαλύτερο μέρος του εξοπλισμού έχει χαθεί και το συγκρότημα βρίσκεται σε ερειπιώδη κατάσταση. Διακρίνονται ακόμη τμήματα της παλιάς τοιχοποιίας, οι μεγάλες μεταλλικές δεξαμενές και η γεφυροπλάστιγγα μπροστά από τα παλιά διοικητικά γραφεία. Τα γραφεία έχουν διασωθεί και λειτουργούν πλέον ως καφέ–μπαρ.
Το συγκρότημα έχει καταγραφεί από την Ομάδα Βιομηχανικής Αρχαιολογίας ως σημαντικό βιομηχανικό μνημείο της Εύβοιας. Ωστόσο, η σημερινή του εικόνα δεν ανταποκρίνεται ούτε στην ιστορική αξία ούτε στον ρόλο που διαδραμάτισε στην ανάπτυξη της περιοχής.
Το εργοστάσιο Ριτσώνη θα μπορούσε να έχει αποκατασταθεί και να μετατραπεί σε μουσείο ρητίνης και βιομηχανικής ιστορίας, σε χώρο πολιτισμού ή σε επισκέψιμο σημείο που θα συνέδεε το δάσος, την εργασία και τη μνήμη της Βόρειας Εύβοιας.
Γιατί τα ερείπια αυτά δεν είναι απλώς παλιές πέτρες και σκουριασμένες δεξαμενές. Είναι ό,τι απέμεινε από μια εποχή κατά την οποία η Λίμνη Ευβοίας παρήγαγε, εξήγε και συμμετείχε ενεργά στη βιομηχανική ανάπτυξη της χώρας. Και όσο αφήνονται στη φθορά, δεν χάνεται μόνο ένα κτίριο. Χάνεται ένα ζωντανό κομμάτι της ιστορίας του τόπου.

