Ένα πλέγμα ακαδημαϊκών, πολιτικών και διαμορφωτών της κοινής γνώμης βαφτίζει την υποχώρηση «ρεαλισμό», τον κατευνασμό «ειρήνη» και τη σταδιακή παραίτηση από την εθνική κυριαρχία «έντιμο συμβιβασμό»
Δεν θα μας ζητήσουν να παραδώσουμε τη χώρα σε μια τελετή με λευκές σημαίες.
Δεν θα εμφανιστούν τανκς στο Σύνταγμα. Δεν θα υπογραφεί κάποιο έγγραφο που θα γράφει με μεγάλα γράμματα «εθνική υποταγή». Δεν θα ακουστούν κανονιοβολισμοί.
Η παράδοση του 21ου αιώνα γίνεται διαφορετικά.
Γίνεται μέσα από συνέδρια, πανεπιστημιακές αίθουσες, τηλεοπτικά πάνελ και περισπούδαστες αναλύσεις. Γίνεται με χαμηλή φωνή, σοβαρό ύφος και λέξεις προσεκτικά επιλεγμένες, ώστε η υποχώρηση να μοιάζει με σύνεση και η εκχώρηση κυριαρχίας με πολιτικό πολιτισμό.
Υπάρχει πλέον ένα ολόκληρο πλέγμα φωνών μέσα στα πανεπιστήμια, στα κέντρα επιρροής και στο πολιτικό σύστημα που επιχειρεί να προετοιμάσει την ελληνική κοινωνία για τη μεγάλη παραίτηση.
Το ονομάζουν «συμβίωση».
Μόνο που η συμβίωση που περιγράφουν δεν είναι η ισότιμη συνύπαρξη δύο κυρίαρχων κρατών. Είναι μια Ελλάδα που θα πρέπει διαρκώς να ζητά την άδεια της Τουρκίας για να ασκήσει τα δικαιώματά της, να περιορίζει τις επιλογές της για να μην «προκαλεί» και να αποδέχεται ότι η γεωγραφία την καταδίκασε να ζει υπό τη σκιά μιας ισχυρότερης δύναμης.
Με απλά λόγια, θέλουν μια χώρα δορυφόρο.
Μια Ελλάδα φόρου υποτελή, χωρίς να χρειαστεί να δοθεί ούτε μία μάχη.
Πρώτα αλλάζουν τις λέξεις
Η επιχείρηση ξεκινά από τη γλώσσα.
Οι τουρκικές απαιτήσεις παρουσιάζονται ως «διαφορές». Οι ελληνικές θέσεις βαφτίζονται «μαξιμαλιστικές». Η υπεράσπιση της κυριαρχίας περιγράφεται ως «εθνικισμός». Η αποτροπή θεωρείται «πολεμοκαπηλία» και κάθε αντίσταση στην υποχώρηση αντιμετωπίζεται ως ψυχολογικό κατάλοιπο του παρελθόντος.
Όποιος διαφωνεί δεν χαρακτηρίζεται απλώς λανθασμένος. Παρουσιάζεται ως παρωχημένος, φοβικός, ακραίος ή επικίνδυνος για την ειρήνη.
Το μήνυμα είναι σαφές: για να θεωρείσαι σύγχρονος, μορφωμένος και ευρωπαϊστής πρέπει να αποδεχθείς ότι η Ελλάδα έχει περισσότερα δικαιώματα από όσα «αντέχει» να ασκήσει.
Αυτό δεν είναι εξωτερική πολιτική.
Είναι η επιστημονικοφανής επεξεργασία της αυτοϋποταγής.
Κανένα πανεπιστημιακό πτυχίο και κανένας βαρύγδουπος τίτλος δεν μπορούν να μετατρέψουν την παραίτηση σε επιστήμη. Η παράδοση παραμένει παράδοση, ακόμη κι αν παρουσιάζεται με γραφήματα, αγγλικούς όρους και αναφορές στον «ορθολογισμό».
Η διαπραγμάτευση με το πιστόλι πάνω στο τραπέζι
Ο διάλογος δεν είναι αδυναμία. Αντιθέτως, αποτελεί αναγκαίο εργαλείο της διπλωματίας.
Αλλά διάλογος μπορεί να υπάρξει μόνο μεταξύ κρατών που αναγνωρίζουν αμοιβαία την κυριαρχία, τα δικαιώματα και τα σύνορα του άλλου.
Όταν η μία πλευρά διευρύνει συνεχώς τις απαιτήσεις της και η άλλη καλείται διαρκώς να αποδεικνύει ότι είναι «λογική», δεν έχουμε ισότιμη διαπραγμάτευση. Έχουμε σταδιακή προσαρμογή του αδύναμου στις αξιώσεις του ισχυρού.
Και όταν η Ελλάδα καλείται να συζητήσει όχι μόνο όσα η ίδια αναγνωρίζει ως διαφορά, αλλά ολόκληρο τον κατάλογο των απαιτήσεων που κατασκευάζει η Άγκυρα, τότε δεν οδηγείται σε διάλογο.
Οδηγείται σε παζάρι επί της ίδιας της κυριαρχίας της.
Το τέχνασμα είναι παλιό: η Τουρκία θέτει μια ακραία απαίτηση, η ελληνική πλευρά αντιδρά, οι εγχώριοι «ρεαλιστές» εμφανίζονται και ζητούν να βρεθεί μια μέση λύση.
Έτσι, το παράλογο αποκτά θέση στο τραπέζι. Και από τη στιγμή που κάθε τουρκική αξίωση αντιμετωπίζεται ως αφετηρία διαπραγμάτευσης, η μέση λύση βρίσκεται πάντοτε πιο κοντά στην τουρκική θέση από εκεί όπου βρισκόταν η Ελλάδα προηγουμένως.
Λίγο σήμερα, λίγο αύριο, λίγο μεθαύριο.
Μέχρι η εξαίρεση να γίνει κανονικότητα και η κανονικότητα μόνιμος ακρωτηριασμός.
Δεν προβλέπουν την ήττα – Την κατασκευάζουν
Οι σύγχρονες Σειρήνες της υποχώρησης ισχυρίζονται ότι απλώς περιγράφουν την πραγματικότητα.
«Η Τουρκία είναι μεγάλη χώρα».
«Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τη γεωγραφία».
«Πρέπει να τα βρούμε».
«Δεν γίνεται να ζούμε για πάντα με την ένταση».
Όλα ακούγονται λογικά, μέχρι να τεθεί το απλό ερώτημα: τι ακριβώς σημαίνει «να τα βρούμε»;
Να περιορίσουμε εμείς τα δικαιώματά μας; Να θεωρήσουμε υπερβολή την άσκηση κυριαρχίας; Να μοιράσουμε εκείνο που δεν ανήκει και στους δύο; Να αποδεχθούμε ότι η ειρήνη εξαρτάται από το πόσα θα παραχωρούμε κάθε φορά στον γείτονα;
Αυτό δεν είναι πρόβλεψη μιας αναπόφευκτης ήττας. Είναι η πολιτική και ψυχολογική προετοιμασία της.
Μια χώρα χάνει πρώτα μέσα στο μυαλό της και ύστερα πάνω στον χάρτη.
Όταν η κοινωνία πειστεί ότι δεν μπορεί να υπερασπιστεί τίποτα, η υποχώρηση παύει να προκαλεί αντίδραση. Παρουσιάζεται ως φυσική εξέλιξη, ως αναγκαία προσαρμογή, ίσως ακόμη και ως επιτυχία της διπλωματίας.
Θα μας πάρουν κάτι και θα πανηγυρίζουμε επειδή δεν μας τα πήραν όλα.
Αυτή είναι η τελική νίκη του κατευνασμού.
Η ειρήνη δεν σημαίνει εθελοντική αδυναμία
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται πολεμικές ιαχές, ούτε μια εξωτερική πολιτική πατριδοκαπηλίας και εύκολων συνθημάτων.
Χρειάζεται, όμως, κάτι που το πολιτικό της σύστημα συχνά αποφεύγει: καθαρή εθνική στρατηγική.
Χρειάζεται ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις, ενεργή διπλωματία, σταθερές συμμαχίες, οικονομική αντοχή και πολιτική ηγεσία που δεν θα αντιμετωπίζει κάθε εθνικό δικαίωμα ως βάρος από το οποίο πρέπει κάποτε να απαλλαγούμε.
Η ειρήνη δεν προστατεύεται με την εθελοντική αδυναμία. Προστατεύεται όταν ο άλλος γνωρίζει ότι το κόστος της επιθετικότητας θα είναι μεγαλύτερο από οποιοδήποτε προσδοκώμενο όφελος.
Η αποτροπή δεν είναι πολεμοκαπηλία.
Είναι ο μηχανισμός που επιτρέπει στον διάλογο να διεξάγεται μεταξύ ίσων και όχι μεταξύ κηδεμόνα και υποτελούς.
Όποιος καταργεί την αποτροπή στο όνομα της ειρήνης δεν απομακρύνει τον πόλεμο. Αφαιρεί έναν από τους βασικότερους λόγους για τους οποίους ο αντίπαλος μπορεί να επιλέξει να μην τον ξεκινήσει.
Δεν είναι όλοι όσοι μιλούν για διάλογο προδότες
Ας τελειώνουμε και με την εύκολη παρεξήγηση.
Δεν είναι προδότης όποιος υποστηρίζει τον διάλογο. Δεν είναι ύποπτος όποιος επιθυμεί ειρηνική συνύπαρξη με την Τουρκία. Και ασφαλώς δεν πρέπει κάθε διαφορετική άποψη να αντιμετωπίζεται ως εθνική μειοδοσία.
Άλλο, όμως, ο διάλογος και άλλο η εκ των προτέρων αποδοχή ότι η Ελλάδα οφείλει να παραχωρήσει κάτι για να εξαγοράσει την ησυχία της.
Άλλο ο συμβιβασμός μεταξύ ίσων και άλλο η νομιμοποίηση μιας διαρκούς απειλής.
Άλλο η ειρηνική συνύπαρξη και άλλο η φινλανδοποίηση μιας χώρας που θα διατηρεί τυπικά τη σημαία, την κυβέρνηση και τους θεσμούς της, αλλά θα υπολογίζει πρώτα την αντίδραση της Άγκυρας πριν λάβει κάθε σημαντική απόφαση.
Εκεί βρίσκεται η κόκκινη γραμμή.
Και αυτήν ακριβώς επιχειρούν να σβήσουν.
Οι σύγχρονες Σειρήνες δεν τραγουδούν – Διδάσκουν
Οι Σειρήνες της εποχής μας δεν βρίσκονται πάνω σε κάποιο μυθικό νησί.
Έχουν πανεπιστημιακές έδρες, τηλεοπτικό χρόνο, πολιτικές διασυνδέσεις και πρόσβαση στους μηχανισμούς διαμόρφωσης της κοινής γνώμης. Δεν φωνάζουν. Διδάσκουν.
Μας διδάσκουν ότι η κυριαρχία είναι παρωχημένη, ότι η αντίσταση κοστίζει, ότι οι ισχυροί δικαιούνται περισσότερα και ότι οι μικρότεροι λαοί πρέπει να προσαρμόζονται.
Μας ζητούν να αισθανόμαστε ένοχοι επειδή δεν θέλουμε να παραδώσουμε όσα παραλάβαμε.
Μια χώρα, όμως, που παραιτείται προκαταβολικά από τα δικαιώματά της δεν αποφεύγει την ήττα. Τη θεσμοθετεί.
Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να επιδιώκει ειρήνη, συνεργασία και συνεννόηση με την Τουρκία. Όχι, όμως, ως φοβισμένος δορυφόρος. Όχι ως κράτος περιορισμένης κυριαρχίας. Όχι ως υποτελής που θα πληρώνει κάθε λίγα χρόνια έναν ακόμη γεωπολιτικό φόρο για να αγοράζει προσωρινή ησυχία.
Γιατί ειρήνη χωρίς ελευθερία δεν είναι ειρήνη.
Είναι παράδοση με καθυστέρηση.


