Η απόρριψη της Προανακριτικής, η παρασκηνιακή νομική μηχανή, η επανεμφάνιση Βορίδη και η κυνική λογική των μετρήσεων δείχνουν μια κυβέρνηση που δεν ενδιαφέρεται να λογοδοτήσει, αλλά να κλείσει τους φακέλους πριν ανοίξουν πραγματικά.
Η κυβέρνηση δεν απάντησε πολιτικά στην πρόταση του ΠΑΣΟΚ για Προανακριτική. Δεν είπε «ναι, να διερευνηθούν όλα». Δεν είπε «να πέσει φως». Είπε, μέσω νομικών διατυπώσεων, ότι «δεν προέκυψαν στοιχεία». Δηλαδή η ίδια εξουσία που ελέγχεται, εμφανίζεται να αποφασίζει προκαταβολικά πόσο πρέπει να ελεγχθεί.
Και εδώ αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα. Διότι όταν το Μέγαρο Μαξίμου μελετά, ζυγίζει, μετρά και τελικά απορρίπτει θεσμικές διαδικασίες, δεν λειτουργεί ως ουδέτερος θεματοφύλακας της αλήθειας. Λειτουργεί ως πολιτικό κέντρο αυτοπροστασίας.
Το Μαξίμου έστησε νομικό ανάχωμα
Το Σαββατοκύριακο που πέρασε δεν ήταν απλώς ένα διήμερο κυβερνητικής μελέτης. Ήταν ένα διήμερο άσκησης ελέγχου ζημιών.
Η πρόταση του ΠΑΣΟΚ για Προανακριτική Επιτροπή έπρεπε να περάσει από το φίλτρο του Μεγάρου Μαξίμου. Όχι από μια ανεξάρτητη θεσμική διαδικασία. Όχι από μια πολιτική απόφαση υπέρ της διαφάνειας. Αλλά από μια κυβερνητική «επισκόπηση» που κατέληξε στο βολικό συμπέρασμα: δεν υπάρχει λόγος να προχωρήσουμε.
Ο Στέλιος Κουτνατζής, ως νομικός και γενικός γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου, φέρεται να έπαιξε κομβικό ρόλο στην επεξεργασία αυτής της γραμμής. Και στη συνέχεια ο Παύλος Μαρινάκης ανακοίνωσε το αποτέλεσμα με τη γνωστή κυβερνητική ψυχρότητα: δεν προέκυψαν στοιχεία για αποδοχή της Προανακριτικής.
Μόνο που η δημοκρατία δεν λειτουργεί έτσι.
Δεν γίνεται ο ελεγχόμενος πολιτικός χώρος να φοράει τη στολή του αξιολογητή και να αποφασίζει μόνος του ότι δεν χρειάζεται περαιτέρω έλεγχος.
Η Προανακριτική δεν είναι χάρη προς την αντιπολίτευση
Η Προανακριτική δεν είναι επικοινωνιακό παιχνίδι. Δεν είναι κομματικό αίτημα που απορρίπτεται επειδή ενοχλεί το κυβερνητικό αφήγημα. Είναι θεσμικό εργαλείο λογοδοσίας.
Όταν υπάρχουν πολιτικά πρόσωπα, κυβερνητικές αποφάσεις και δημόσιες υποθέσεις που προκαλούν ερωτήματα, η απάντηση μιας σοβαρής κυβέρνησης δεν μπορεί να είναι «το κοιτάξαμε εμείς και δεν βρήκαμε κάτι».
Αυτό δεν είναι διαφάνεια. Είναι αυτοαπαλλαγή.
Και η αυτοαπαλλαγή, όσο καλοδιατυπωμένη κι αν είναι νομικά, παραμένει πολιτικά ύποπτη.
Η επιστροφή Βορίδη δείχνει το βάθος του μηχανισμού
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το παρασκήνιο γύρω από τον Μάκη Βορίδη.
Ο πρώην υπουργός μπορεί κατά καιρούς να εμφανίζεται πολιτικά διαφοροποιημένος ή να παίζει τον ρόλο του εσωτερικού «αντάρτη». Όμως, σύμφωνα με τις πληροφορίες, σε νομικό επίπεδο φαίνεται να έχει ξαναβρεί ανοιχτή γραμμή με το Μαξίμου.
Αυτό έχει τεράστια σημασία.
Διότι δείχνει ότι πίσω από τις δημόσιες δηλώσεις, τις αποστάσεις και τις εσωκομματικές ισορροπίες, υπάρχει ένας μηχανισμός που δουλεύει με απόλυτη πειθαρχία όταν πρόκειται να προστατευθεί το κυβερνητικό σύστημα.
Άλλο η δημόσια εικόνα. Άλλο η παρασκηνιακή συνεννόηση. Και άλλο η πολιτική πραγματικότητα: όταν έρχεται η ώρα της λογοδοσίας, το σύστημα κλείνει τις γραμμές του.
Δεν θέλουν να ανοίξουν υποθέσεις — θέλουν να τις τελειώσουν
Η κυβέρνηση φαίνεται πως έχει πάρει στρατηγική απόφαση: να κλείσει θέματα.
Να κλείσει την Προανακριτική.
Να κλείσει την πολιτική συζήτηση.
Να κλείσει τους φακέλους πριν αποκτήσουν δυναμική.
Να κλείσει την πόρτα στην αντιπολίτευση.
Και κυρίως, να κλείσει την πόρτα στην κοινωνική μνήμη.
Αυτό δεν είναι ένδειξη αυτοπεποίθησης. Είναι ένδειξη φόβου.
Μια κυβέρνηση που αισθάνεται καθαρή, ζητά έρευνα.
Μια κυβέρνηση που αισθάνεται ισχυρή, δεν φοβάται τις επιτροπές.
Μια κυβέρνηση που έχει απαντήσεις, δεν κρύβεται πίσω από διαδικαστικές διατυπώσεις.
Όταν όμως η πρώτη αντίδραση είναι το κλείσιμο, τότε η κοινωνία δικαιούται να αναρωτηθεί: τι ακριβώς φοβούνται να ανοίξει;
Η κυβερνητική γραμμή
«Δεν προέκυψαν στοιχεία». Αυτή είναι η φράση-ασπίδα. Μια φράση που δεν φωτίζει, δεν εξηγεί, δεν πείθει. Απλώς κλείνει τη συζήτηση.
Το πραγματικό ερώτημα
Ποιος αποφασίζει αν υπάρχουν στοιχεία; Η ίδια η κυβερνητική πλειοψηφία που έχει πολιτικό συμφέρον να μη διερευνηθεί η υπόθεση;
Η πολιτική ουσία
Το Μαξίμου δεν κινείται μόνο νομικά. Κινείται πρωτίστως πολιτικά. Και η πολιτική του αγωνία είναι μία: να μην ανοίξει καμία θεσμική χαραμάδα που μπορεί να εξελιχθεί σε ρήγμα.
Η κυνική αριθμητική των μετρήσεων
Ακόμη πιο βαρύ είναι το στοιχείο των μετρήσεων.
Στο Μαξίμου, λέγεται, έχουν μετρήσει ότι η υπόθεση των υποκλοπών δεν έχει μεγάλη απήχηση στην κοινή γνώμη. Άρα, ακόμη κι αν απορριφθεί μια Εξεταστική, ακόμη κι αν φωνάξει η αντιπολίτευση, ακόμη κι αν υπάρξει πολιτική ένταση, το εκλογικό κόστος θεωρείται περιορισμένο.
Αυτή είναι ίσως η πιο αποκαλυπτική πλευρά της κυβερνητικής νοοτροπίας.
Δεν ρωτούν πρώτα:
«Τι απαιτεί το κράτος δικαίου;»
Δεν ρωτούν πρώτα:
«Τι χρειάζεται η θεσμική διαφάνεια;»
Δεν ρωτούν πρώτα:
«Πώς θα αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών;»
Ρωτούν:
«Πόσο μας κοστίζει δημοσκοπικά;»
Αυτό είναι το πιο σκοτεινό σημείο. Όταν η θεσμική λογοδοσία μετατρέπεται σε άσκηση εκλογικής ζημιάς, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο πολιτικό. Είναι βαθιά δημοκρατικό.
Οι υποκλοπές ως τεστ κράτους δικαίου
Η υπόθεση των υποκλοπών δεν είναι ένα απλό κομματικό επεισόδιο. Είναι υπόθεση που αγγίζει τον πυρήνα της δημοκρατίας: ποιος παρακολουθεί ποιον, με ποια εντολή, με ποιον έλεγχο και με ποια λογοδοσία.
Αν μια τέτοια υπόθεση αντιμετωπίζεται με τη λογική «δεν ενδιαφέρει πολύ τον κόσμο», τότε το μήνυμα είναι επικίνδυνο.
Διότι σε μια δημοκρατία, τα θεσμικά ζητήματα δεν κρίνονται μόνο από το αν ανεβάζουν ή ρίχνουν ποσοστά. Κρίνονται από το αν προστατεύουν τον πολίτη απέναντι στην αυθαιρεσία της εξουσίας.
Και εδώ η κυβέρνηση δείχνει να ενδιαφέρεται περισσότερο για την επικοινωνιακή ζημιά παρά για την ουσία.
Από τη διαφάνεια στην επικοινωνιακή διαφυγή
Την ίδια ώρα που πίσω από τις κλειστές πόρτες στήνονται νομικές άμυνες και πολιτικές μετρήσεις, ο πρωθυπουργός επιλέγει δημόσιες εμφανίσεις με θετικό φορτίο.
Η παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στην εκδήλωση για τα 100 χρόνια του Κολλεγίου Αθηνών κινήθηκε σε πεδίο ασφαλές: εκπαίδευση, τεχνητή νοημοσύνη, ψυχική υγεία μαθητών, υποτροφίες, μέλλον.
Κανείς δεν υποτιμά τη σημασία αυτών των θεμάτων. Όμως η χρονική σύμπτωση έχει πολιτική σημασία.
Διότι ενώ η κυβέρνηση απορρίπτει θεσμική διερεύνηση κρίσιμων υποθέσεων, επιχειρεί ταυτόχρονα να μεταφέρει την εικόνα της σε ένα άλλο πεδίο: στο μέλλον, στην τεχνολογία, στην εκπαίδευση, στην πρόοδο.
Είναι η γνωστή μέθοδος: όταν το παρόν πιέζει, μίλα για το μέλλον. Όταν οι φάκελοι βαραίνουν, μίλα για την τεχνητή νοημοσύνη. Όταν η λογοδοσία ενοχλεί, άλλαξε ατζέντα.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι υποθέσεις. Είναι η μέθοδος
Το ζήτημα πλέον δεν είναι μόνο η συγκεκριμένη Προανακριτική. Δεν είναι μόνο οι υποκλοπές. Δεν είναι μόνο τα πρόσωπα που εμπλέκονται πολιτικά σε κάθε υπόθεση.
Το ζήτημα είναι η μέθοδος διακυβέρνησης.
Μια μέθοδος που αντιμετωπίζει τη Βουλή ως μηχανισμό απορρόφησης κραδασμών.
Τις επιτροπές ως απειλή.
Τη λογοδοσία ως επικοινωνιακό κίνδυνο.
Την κοινή γνώμη ως αριθμητικό πίνακα.
Και τη θεσμική αλήθεια ως κάτι που πρέπει να ελεγχθεί πριν ξεφύγει.
Αυτή είναι η πραγματική εικόνα: όχι μια κυβέρνηση που απαντά, αλλά μια κυβέρνηση που σφραγίζει.
Το Μαξίμου δεν φοβάται την αντιπολίτευση. Δεν φοβάται τις ανακοινώσεις. Δεν φοβάται τη σκόνη της πολιτικής αντιπαράθεσης. Αυτό που φοβάται είναι κάτι πολύ πιο απλό και πολύ πιο επικίνδυνο για κάθε εξουσία: να ανοίξει ένας φάκελος και να μη μπορεί πια να τον ξανακλείσει.

