Η ιστορία των ελληνικών τραπεζών την τελευταία δεκαπενταετία δεν έχει προηγούμενο ούτε στην Ευρώπη ούτε διεθνώς. Πρόκειται για μια μοναδική περίπτωση όπου οι ζημιές κοινωνικοποιήθηκαν πλήρως, ενώ τα κέρδη ιδιωτικοποιήθηκαν εκ νέου – αυτή τη φορά προς όφελος κυρίως ξένων μετόχων. Και όλα αυτά χωρίς ποτέ να ζητηθεί ουσιαστικό αντάλλαγμα υπέρ της κοινωνίας που πλήρωσε τον λογαριασμό.

Ανακεφαλαιοποιήσεις με χρήματα των πολιτών
Μεταξύ 2011 και 2013, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα διασώθηκε μέσω αλλεπάλληλων ανακεφαλαιοποιήσεων, με βασικό όχημα το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.
Οι κεφαλαιακές ανάγκες της περιόδου αυτής ανήλθαν σε περίπου 45 δισ. ευρώ, ποσό που καλύφθηκε άμεσα ή έμμεσα από το ελληνικό Δημόσιο και τους φορολογούμενους. Το αποτέλεσμα ήταν η δραστική απομείωση της κρατικής συμμετοχής στις τράπεζες και η σταδιακή απώλεια του ελέγχου τους.
Ο αναβαλλόμενος φόρος ως μόνιμο προνόμιο
Στη συνέχεια, οι τράπεζες απέκτησαν ένα ακόμη κρίσιμο πλεονέκτημα: τον αναβαλλόμενο φόρο (Deferred Tax Credits – DTC). Πρόκειται για ένα θεσμικό εργαλείο που μετέτρεψε παρελθούσες ζημιές σε μελλοντική φορολογική «ασπίδα».
Σε ορισμένες περιόδους, ο αναβαλλόμενος φόρος αντιστοιχούσε σε άνω του 50% των εποπτικών κεφαλαίων των τραπεζών, γεγονός που έχει επανειλημμένα επισημανθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος ως δομικό πρόβλημα ποιότητας κεφαλαίων. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι για πολλά χρόνια οι τράπεζες θα καταβάλλουν ελάχιστους ή μηδενικούς φόρους, ακόμη και σε περιόδους υψηλής κερδοφορίας.
«Ηρακλής»: κρατικές εγγυήσεις για ιδιωτικό ξεφόρτωμα ρίσκου
Με το πρόγραμμα «Ηρακλής», το κράτος παρείχε εγγυήσεις δισεκατομμυρίων ευρώ στα senior ομόλογα τιτλοποιήσεων μη εξυπηρετούμενων δανείων. Στόχος ήταν η ταχεία μείωση των κόκκινων δανείων από τους ισολογισμούς των τραπεζών.
Μέχρι το τέλος του 2021, οι χορηγηθείσες εγγυήσεις ανέρχονταν σε περίπου 18,6 δισ. ευρώ, μεταφέροντας ουσιαστικά τον συστημικό κίνδυνο στο Δημόσιο, ενώ τα χαρτοφυλάκια πωλήθηκαν σε funds σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές.
Πλειστηριασμοί και ασύμμετρη ισχύς
Ακολούθησε η επιθετική φάση πλειστηριασμών. Χιλιάδες ακίνητα – συχνά πρώτες κατοικίες ή παραγωγικά περιουσιακά στοιχεία μικρομεσαίων – οδηγήθηκαν στην εκποίηση.
Οι δανειολήπτες, όμως, ουδέποτε απέκτησαν δικαίωμα πρώτης προτίμησης για να εξαγοράσουν τα δάνειά τους στις ίδιες τιμές με τα funds. Έτσι, ενώ τα δάνεια πωλούνταν σε ποσοστά 10%, 20% ή 30% της ονομαστικής αξίας, οι ίδιοι οι πολίτες καλούνταν να πληρώσουν πολλαπλάσια ποσά για να σώσουν την περιουσία τους.
Αφελληνισμός και διαρροή μερισμάτων
Μετά τις ανακεφαλαιοποιήσεις και τις απομειώσεις, η μετοχική σύνθεση των συστημικών τραπεζών άλλαξε ριζικά. Η πλειονότητα των μετοχών βρίσκεται πλέον στα χέρια ξένων θεσμικών επενδυτών.
Σήμερα, που οι τράπεζες εμφανίζουν ισχυρή κερδοφορία, σημαντικό μέρος των μερισμάτων κατευθύνεται εκτός Ελλάδας, στερώντας από την εγχώρια οικονομία κρίσιμους πόρους σε μια περίοδο που η πιστωτική ασφυξία για μικρομεσαίες επιχειρήσεις παραμένει έντονη.
Δάνεια μόνο για όσους δεν τα χρειάζονται
Παράλληλα, τα επιτόκια χορηγήσεων προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις παραμένουν υψηλά, οι καταθέσεις αμείβονται με ελάχιστους τόκους, ενώ οι τραπεζικές προμήθειες συγκαταλέγονται στις ακριβότερες στην Ευρώπη. Το τραπεζικό σύστημα λειτουργεί πλέον με χαμηλό ρίσκο για τις ίδιες τις τράπεζες, αλλά με υψηλό κόστος για την πραγματική οικονομία.
Το αντάλλαγμα που δεν ζητήθηκε ποτέ
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της ελληνικής περίπτωσης είναι ότι ποτέ δεν ζητήθηκε σοβαρό κοινωνικό αντάλλαγμα για τη διάσωση.
Ούτε:
- δικαίωμα εξαγοράς δανείων από τους ίδιους τους δανειολήπτες στις τιμές των funds,
- ούτε αυστηροί κανόνες για τις προμήθειες,
- ούτε υποχρέωση ουσιαστικής χρηματοδότησης της μικρομεσαίας οικονομίας.
Ένα σκάνδαλο με υπογραφή
Όλα τα παραπάνω δεν αποτελούν φυσικό φαινόμενο. Είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών αποφάσεων, που ελήφθησαν από τα μνημονιακά κόμματα εξουσίας.
Η διάσωση των τραπεζών έγινε χωρίς κοινωνική ρήτρα, χωρίς δικαιοσύνη, χωρίς συμμετρία υποχρεώσεων. Και γι’ αυτό καταγράφεται ως το μεγαλύτερο οικονομικό σκάνδαλο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας: όχι επειδή οι τράπεζες διασώθηκαν – αλλά επειδή διασώθηκαν χωρίς ποτέ να λογοδοτήσουν στην κοινωνία που τις έσωσε.

