Η νέα μάχη δεν είναι μόνο για τις ψήφους. Είναι για το ποιος θα εκφράσει την οργή, την αποχή, την απογοήτευση και το πολιτικό κενό που άφησαν πίσω τους τα φθαρμένα κόμματα
Η ελληνική πολιτική σκηνή δεν αλλάζει απλώς πρόσωπα. Αλλάζει πίστα.
Η εμφάνιση της Μαρίας Καρυστιανού, η κινητικότητα του Αλέξη Τσίπρα, η ανησυχία του ΠΑΣΟΚ, οι υπόγειες διεργασίες γύρω από τον Αντώνη Σαμαρά και η εικόνα εσωτερικής απορρύθμισης στον ΣΥΡΙΖΑ δείχνουν ένα πράγμα: το πολιτικό σύστημα μυρίζει εκλογική αναδιάταξη.
Δεν μιλάμε για μια απλή προσθήκη κομμάτων στο ήδη κουρασμένο κομματικό παζλ. Μιλάμε για την προσπάθεια να εκφραστεί ένας τεράστιος όγκος πολιτών που δεν νιώθουν ότι ανήκουν πουθενά. Πολίτες θυμωμένοι, απογοητευμένοι, καχύποπτοι, συχνά αποσυρμένοι από την κάλπη, αλλά όχι απαραίτητα αδιάφοροι.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι απλό: ποιος θα τους σηκώσει από τον καναπέ;
Η Καρυστιανού και η δεξαμενή της αποχής
Η Μαρία Καρυστιανού μπήκε στο πολιτικό πεδίο με ένα φορτίο που κανένα συμβατικό κόμμα δεν μπορεί να αντιγράψει εύκολα: το φορτίο της ηθικής οργής.
Η παρουσία της δεν απευθύνεται μόνο στον κλασικό ψηφοφόρο που κάθεται μπροστά στην τηλεόραση, συγκρίνει προγράμματα και διαλέγει κόμμα. Απευθύνεται κυρίως σε εκείνους που έχουν γυρίσει την πλάτη στο πολιτικό σύστημα. Σε αυτούς που δεν πιστεύουν κανέναν. Σε αυτούς που θεωρούν ότι το παιχνίδι είναι στημένο πριν καν ανοίξουν οι κάλπες.
Εκεί βρίσκεται και η δύναμή της. Εκεί όμως βρίσκεται και ο κίνδυνός της.
Γιατί άλλο πράγμα είναι να συγκινείς. Άλλο να οργανώνεις.
Άλλο να εκφράζεις πόνο. Άλλο να μετατρέπεις τον πόνο σε πολιτικό σχέδιο.
Άλλο να μιλάς στους «εκτός». Άλλο να τους φέρνεις, μαζικά και πειθαρχημένα, μέσα στην κάλπη.
Αν η Καρυστιανού καταφέρει να κινητοποιήσει τη μεγάλη δεξαμενή της αποχής, τότε το πολιτικό σκηνικό μπορεί να ανατραπεί από εκεί που κανείς δεν το περιμένει. Αν όχι, θα αποτελέσει ακόμη έναν ισχυρό παράγοντα πίεσης στον αντιπολιτευτικό χώρο, αλλά όχι τον σεισμό που φοβούνται οι υπόλοιποι.
Ο Τσίπρας τρέχει να προλάβει το κύμα
Ο Αλέξης Τσίπρας βλέπει ότι το κενό στην αντιπολίτευση δεν θα μείνει άδειο για πολύ. Και όταν ένα κενό αρχίζει να γεμίζει από άλλους, τότε όποιος θέλει να επιστρέψει πρέπει να τρέξει.
Η κινητικότητα του πρώην πρωθυπουργού δεν είναι τυχαία. Θέλει να μπει εγκαίρως στο κάδρο. Θέλει να προλάβει τις δημοσκοπήσεις. Θέλει να εμφανιστεί ως ο παίκτης που μπορεί να ξαναστήσει πολιτικό πόλο, πριν η Καρυστιανού, το ΠΑΣΟΚ ή οποιαδήποτε άλλη δύναμη κατοχυρώσει τον χώρο της κοινωνικής δυσαρέσκειας.
Το πρόβλημα του Τσίπρα, όμως, είναι διπλό.
Από τη μία, δεν μπορεί να επιστρέψει σαν να μην κυβέρνησε ποτέ.
Από την άλλη, δεν μπορεί να μείνει κολλημένος σε έναν ΣΥΡΙΖΑ που μοιάζει περισσότερο με ιστορικό υπόλειμμα παρά με ζωντανό μηχανισμό εξουσίας.
Άρα χρειάζεται νέο όχημα, νέο αφήγημα και νέα συσκευασία. Το ερώτημα είναι αν διαθέτει και νέο περιεχόμενο.
Το ΠΑΣΟΚ φοβάται τον λάθος αντίπαλο
Το ΠΑΣΟΚ δεν δείχνει να φοβάται τόσο την Καρυστιανού. Φοβάται τον Τσίπρα. Και αυτό από μόνο του λέει πολλά.
Διότι το ΠΑΣΟΚ γνωρίζει ότι η δική του στρατηγική βασίζεται στην εικόνα της σοβαρής, θεσμικής, οργανωμένης αντιπολίτευσης. Αν όμως ο Τσίπρας επιστρέψει με νέο κόμμα και καταφέρει να εμφανιστεί ως ο φυσικός αντίπαλος της ΝΔ, τότε το ΠΑΣΟΚ κινδυνεύει να ξαναβρεθεί στη γνωστή θέση: χρήσιμο, υπαρκτό, οργανωμένο, αλλά όχι κυρίαρχο.
Γι’ αυτό και αναζητεί κινήσεις που θα του δώσουν πρωτοβουλία. Πρόταση μομφής, αυτοδιοικητικές εκδηλώσεις, επίδειξη κομματικών ριζών, ανάδειξη θεσμικής σοβαρότητας.
Όμως η πολιτική δεν κερδίζεται μόνο με οργανωτικά πλεονεκτήματα. Κερδίζεται με αφήγημα. Και εκεί το ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί να παλεύει με το ίδιο πρόβλημα: θέλει να εμφανιστεί ως αλλαγή, χωρίς να τρομάξει κανέναν· ως αντιπολίτευση, χωρίς να μοιάζει με ρήξη· ως εναλλακτική εξουσία, χωρίς να έχει πείσει ακόμη ότι έχει το πολιτικό ρεύμα για να τη διεκδικήσει.
Ο ΣΥΡΙΖΑ κοιτάζει τον εαυτό του ενώ το σύστημα αλλάζει γύρω του
Στον ΣΥΡΙΖΑ το πρόβλημα είναι σχεδόν υπαρξιακό.
Ενώ γύρω του στήνεται νέο πολιτικό σκηνικό, εκείνος παραμένει εγκλωβισμένος στις εσωτερικές του ισορροπίες.
Οι φιλοτσιπρικοί, οι αντιτσιπρικοί, οι αναμονές, οι υπολογισμοί, οι φήμες για ηγετικές αλλαγές, οι σκέψεις για πρόσωπα όπως η Ρένα Δούρου, όλα δείχνουν ένα κόμμα που δεν ξέρει αν πρέπει να επιβιώσει ως αυτόνομος φορέας ή να παραδώσει το ιστορικό του φορτίο στη νέα κίνηση Τσίπρα.
Το πιο σκληρό για τον ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ότι κινδυνεύει να χάσει ψηφοφόρους. Είναι ότι κινδυνεύει να χάσει λόγο ύπαρξης.
Γιατί όταν ο ιδρυτικός σου ηγέτης στήνει άλλη βάρκα, όταν η κοινωνία δεν σε ακούει όπως παλιά και όταν οι δημοσκοπήσεις σε σπρώχνουν προς πολιτική συρρίκνωση, τότε το ερώτημα δεν είναι ποιος θα σε διοικήσει. Το ερώτημα είναι αν έχει μείνει κάτι να διοικηθεί.
Ο Σαμαράς και η δεξιά πίεση στη ΝΔ
Στην άλλη πλευρά του πολιτικού χάρτη, οι κινήσεις γύρω από τον Αντώνη Σαμαρά δεν μπορούν να περάσουν απαρατήρητες.
Αν ο Σαμαράς προχωρήσει σε νέο κόμμα, τότε η ΝΔ θα έχει να αντιμετωπίσει κάτι πολύ πιο ενοχλητικό από μια απλή δεξιά διαμαρτυρία. Θα έχει απέναντί της έναν πρώην πρωθυπουργό, με καθαρό πολιτικό στίγμα, πρόσβαση σε σκληρά δεξιά ακροατήρια και δυνατότητα να μαζέψει δυσαρέσκεια που σήμερα μένει είτε σιωπηλή είτε διασκορπισμένη.
Η κυβέρνηση μπορεί να διαρρέει ότι θα τον ήθελε πίσω. Αλλά τέτοιες διαρροές συχνά δεν είναι προσκλήσεις. Είναι εργαλεία αποθάρρυνσης.
Η ΝΔ γνωρίζει ότι μια οργανωμένη δεξιά αποκόλληση μπορεί να την πληγώσει σε κρίσιμες περιφέρειες, να συμπιέσει το ποσοστό της και να χαλάσει το αφήγημα της πολιτικής κυριαρχίας.
Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο πρόβλημα του Μεγάρου Μαξίμου: η φθορά δεν έρχεται μόνο από το κέντρο ή την κοινωνική δυσαρέσκεια. Μπορεί να έρθει και από τα δεξιά.
Το πολιτικό κέντρο βράζει — και κανείς δεν ελέγχει πλήρως τη φωτιά
Όλες αυτές οι κινήσεις δείχνουν ότι η χώρα μπαίνει σε περίοδο πολιτικής ρευστότητας.
Η Καρυστιανού ψάχνει την αποχή.
Ο Τσίπρας ψάχνει την επιστροφή.
Το ΠΑΣΟΚ ψάχνει την πρωτοκαθεδρία στην αντιπολίτευση.
Ο ΣΥΡΙΖΑ ψάχνει ταυτότητα.
Ο Σαμαράς ψάχνει χώρο στα δεξιά της ΝΔ.
Και η κυβέρνηση βλέπει ότι το παλιό παιχνίδι ελέγχου των αντιπάλων της γίνεται όλο και πιο δύσκολο.
Το πολιτικό σύστημα μπαίνει σε φάση κατακερματισμού. Και όταν ένα σύστημα κατακερματίζεται, δεν αρκεί να έχεις μηχανισμό. Πρέπει να έχεις κοινωνικό ρεύμα.
Αυτό θα κρίνει την επόμενη μέρα. Όχι οι τηλεοπτικές εμφανίσεις. Όχι οι διαρροές. Όχι τα παραπολιτικά. Όχι οι πρωινές αναρτήσεις. Αλλά το ποιος μπορεί να πείσει έναν θυμωμένο, κουρασμένο και δύσπιστο πολίτη ότι αξίζει να ξαναπάει στην κάλπη.
Το παλιό πολιτικό σύστημα πίστευε ότι η αποχή είναι βολική σιωπή.
Τώρα ανακαλύπτει ότι μπορεί να γίνει εκρηκτική πρώτη ύλη.
Και αν κάποιος καταφέρει να μετατρέψει τον καναπέ σε κάλπη, τότε δεν θα αλλάξουν απλώς τα ποσοστά.
Θα αλλάξει ολόκληρη η γεωγραφία της εξουσίας.

