Η κυβέρνηση προετοιμάζεται για τη ΔΕΘ με υποσχέσεις ελαφρύνσεων και «σταθερότητας», όμως η πολιτική ατζέντα γράφεται πλέον από τις έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, την εισαγγελική πρόταση για τα Τέμπη και την οικονομική ασφυξία των νοικοκυριών.
Το Μέγαρο Μαξίμου θα ήθελε να φτάσει στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης μιλώντας για ανάπτυξη, φορολογικές ελαφρύνσεις και πολιτική σταθερότητα. Μόνο που το φθινόπωρο δεν περιμένει τις κυβερνητικές παρουσιάσεις και τα επικοινωνιακά συνθήματα.
Στην πραγματική ατζέντα βρίσκονται φάκελοι, έρευνες, δικαστικές εξελίξεις και ένας λογαριασμός καθημερινότητας που δεν βγαίνει. Μετά τον ΟΠΕΚΕΠΕ, η υπόθεση των λεγόμενων «σπιτιών ανακύκλωσης» φέρνει ξανά στο προσκήνιο τη διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων. Την ίδια ώρα, η εισαγγελική πρόταση για την παραπομπή του Χρήστου Τριαντόπουλου και του Κώστα Αγοραστού σε Ειδικό Δικαστήριο επαναφέρει στο κέντρο της πολιτικής συζήτησης την αλλοίωση του χώρου της τραγωδίας των Τεμπών.
Το αφήγημα του «επιτελικού κράτους» δεν δοκιμάζεται πια από μία μεμονωμένη υπόθεση. Δοκιμάζεται από τη συσσώρευση υποθέσεων στις οποίες το δημόσιο χρήμα, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί και η πολιτική ευθύνη συναντώνται με τον χειρότερο δυνατό τρόπο.
Τα «χρυσά» σπιτάκια και τα ερωτήματα των 83 εκατομμυρίων
Η έρευνα για την ΤΕΧΑΝ δεν αποτελεί ακόμη καταδίκη ούτε έχει ανακοινωθεί άσκηση ποινικών διώξεων. Αυτό πρέπει να λέγεται καθαρά.
Εξίσου καθαρά, όμως, πρέπει να καταγραφεί ότι αστυνομικοί της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων, σε εκτέλεση εντολής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, πραγματοποίησαν έρευνες σε εγκαταστάσεις και γραφεία της εταιρείας, αναζητώντας ψηφιακά αρχεία, συμβάσεις με δήμους και συμφωνίες που σχετίζονται με την προβολή του έργου.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο διαγωνισμός του 2020 για την προμήθεια περισσότερων από 200 αυτόνομων μονάδων ανακύκλωσης, συνολικού ύψους 83 εκατ. ευρώ. Σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί από πόρισμα της Επιτροπής Δημοσιονομικού Ελέγχου, για κάθε μονάδα φέρεται να καταβλήθηκε ποσό περίπου 300.000 ευρώ, ενώ η κοστολόγηση στην ελεύθερη αγορά προσδιοριζόταν κοντά στις 66.000 ευρώ.
Η απόσταση ανάμεσα στα δύο ποσά δεν είναι μια τεχνική λεπτομέρεια που μπορεί να χαθεί σε δεκάδες σελίδες συμβάσεων. Είναι το ίδιο το πολιτικό ερώτημα.
Ποιος συνέταξε τις προδιαγραφές; Ποιος ενέκρινε τις δαπάνες; Ποιος αξιολόγησε το εύλογο του κόστους; Ποιοι δημόσιοι φορείς παρέλαβαν τις μονάδες και ποιος έλεγξε αν το Δημόσιο πήρε αυτό που πλήρωσε;
Η κυβέρνηση δεν μπορεί να απαντά σε όλα με την εύκολη φράση «η Δικαιοσύνη ερευνά». Βεβαίως και ερευνά. Η πολιτική ευθύνη, όμως, αρχίζει πολύ πριν από μια δικαστική απόφαση. Αρχίζει από τη στιγμή που υπουργεία, περιφέρειες, φορείς διαχείρισης και δήμοι βάζουν υπογραφές κάτω από συμβάσεις που χρηματοδοτούνται με χρήματα των φορολογουμένων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Και όταν χρειάζεται να φτάσει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για να ανοίξουν οι φάκελοι, το περίφημο «επιτελικό κράτος» δεν μοιάζει επιτελικό. Μοιάζει απλώς να έφτασε καθυστερημένο στον ίδιο του τον έλεγχο.
Τα Τέμπη επιστρέφουν εκεί όπου η κυβέρνηση δεν ήθελε: στην πολιτική ευθύνη
Η πρόταση του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτρη Μητρουλιά προς το αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο αφορά την παραπομπή του πρώην υφυπουργού Χρήστου Τριαντόπουλου, του πρώην περιφερειάρχη Θεσσαλίας Κώστα Αγοραστού και άλλων μη πολιτικών προσώπων για το πλημμέλημα της παράβασης καθήκοντος, σε σχέση με τις παρεμβάσεις στον τόπο της σιδηροδρομικής τραγωδίας.
Η πρόταση δεν αποτελεί τελική απόφαση. Τον τελευταίο λόγο έχει το Δικαστικό Συμβούλιο. Ωστόσο, η ίδια η εισήγηση για Ειδικό Δικαστήριο έχει τεράστια πολιτική βαρύτητα, γιατί ακυρώνει στην πράξη την προσπάθεια να παρουσιαστεί το «μπάζωμα» ως ένα κατασκευασμένο ή αδιάφορο ζήτημα.
Η κυβέρνηση μπορεί να επιμένει στη νομική κατηγοριοποίηση του αδικήματος. Η κοινωνία, όμως, βλέπει κάτι πολύ απλούστερο: μετά τον θάνατο 57 ανθρώπων, ο χώρος της τραγωδίας άλλαξε πριν ολοκληρωθεί η διερεύνηση και σήμερα η Δικαιοσύνη εξετάζει ποιοι είχαν αρμοδιότητα, ποιοι έδωσαν εντολές και ποιοι παρέλειψαν όσα όφειλαν να κάνουν.
Αυτό το τραύμα δεν κλείνει με επικοινωνιακή διαχείριση. Και κάθε νέα δικαστική εξέλιξη το επαναφέρει με μεγαλύτερη ένταση.
Η «σταθερότητα» δεν πληρώνει το σούπερ μάρκετ
Πάνω σε αυτό το ήδη εκρηκτικό έδαφος έρχεται να προστεθεί η ακρίβεια. Για το Μαξίμου, η σταθερότητα παρουσιάζεται ως το μεγάλο πολιτικό πλεονέκτημα. Για τον πολίτη, όμως, σταθερά παραμένουν κυρίως οι ακριβοί λογαριασμοί, το κόστος της στέγης, οι τιμές στα ράφια και η ανασφάλεια για τον επόμενο μήνα.
Εδώ βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος για την κυβέρνηση: όχι σε μία μόνο δικογραφία και όχι σε ένα ακόμη αρνητικό πρωτοσέλιδο, αλλά στη συνάντηση τριών διαφορετικών πιέσεων. Θεσμική φθορά, δικαστικές εκκρεμότητες και οικονομική εξάντληση.
Η πολιτική κατάρρευση δεν προαναγγέλλεται με ημερομηνία και δεν αποτελεί σήμερα τετελεσμένο γεγονός. Το φθινόπωρο, όμως, διαμορφώνεται σε περίοδο εξαιρετικά υψηλού κινδύνου για το Μέγαρο Μαξίμου. Όσο πληθαίνουν οι φάκελοι και λιγοστεύει η αντοχή των πολιτών, τόσο δυσκολότερο γίνεται να βαφτίζεται «σταθερότητα» η απλή παραμονή στην εξουσία.
Στη ΔΕΘ μπορούν να στηθούν εξέδρες, φώτα και οθόνες. Δεν μπορούν, όμως, να κρυφτούν ούτε τα 83 εκατομμύρια των «σπιτιών ανακύκλωσης», ούτε η δικαστική εκκρεμότητα για τα Τέμπη, ούτε η απόδειξη του σούπερ μάρκετ.
Και αυτή τη φορά το ερώτημα δεν είναι τι θα εξαγγείλει ο πρωθυπουργός. Είναι πόση πολιτική αξιοπιστία θα του έχει απομείνει όταν ανέβει στο βήμα.

