Όταν το ακίνητο εκπλειστηριάζεται, αλλά καταλήγει σε εταιρεία που φέρεται να συνδέεται με το ίδιο οικονομικό σύστημα που το έβγαλε στο σφυρί, το ερώτημα δεν είναι απλώς νομικό. Είναι ζήτημα διαφάνειας, ελέγχου και πραγματικής ανεξαρτησίας.
Κάτι πολύ σοβαρό φαίνεται να αναδεικνύεται πλέον σε υποθέσεις πλειστηριασμών στην Ελλάδα. Δεν μιλάμε απλώς για έναν οφειλέτη που χάνει το ακίνητό του. Μιλάμε για περιπτώσεις όπου το fund κινεί τη διαδικασία, το ακίνητο εκπλειστηριάζεται και, τελικά, καταλήγει σε εταιρεία διαχείρισης ακινήτων που φέρεται να συνδέεται — άμεσα ή έμμεσα — με το ίδιο το περιβάλλον του fund.
Και εκεί αρχίζουν τα πραγματικά ερωτήματα.
Διότι όταν η εταιρεία που εμφανίζεται πλέον ως κάτοχος ή διαχειριστής του ακινήτου δεν διαπραγματεύεται ουσιαστικά, δεν απαντά αυτόνομα και παραπέμπει συνεχώς πίσω στο ίδιο το fund, τότε η υπόθεση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια απλή εμπορική συναλλαγή.
Εδώ πρέπει να ελεγχθεί κάτι βαθύτερο: ποιος αποφασίζει πραγματικά;
Υπάρχει ανεξαρτησία ή απλώς αλλαγή πινακίδας;
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο ποιος φαίνεται τυπικά ως αγοραστής ή διαχειριστής. Το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιος δίνει τις εντολές, ποιος ελέγχει τις αποφάσεις, ποιος καθορίζει τη στάση απέναντι στον οφειλέτη ή στην επιχείρηση που κινδυνεύει.
Αν μια εταιρεία εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, αλλά στην πράξη δεν λειτουργεί αυτόνομα, τότε δημιουργείται σοβαρό θέμα ελέγχου. Όχι μόνο εταιρικού. Όχι μόνο οικονομικού. Αλλά και δικαστικού.
Διότι οι πλειστηριασμοί δεν μπορούν να λειτουργούν μέσα σε θολές ζώνες. Δεν μπορεί από τη μία να εμφανίζεται μια διαδικασία ως «κανονική» και από την άλλη να υπάρχουν ενδείξεις ότι οι κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονται από το ίδιο κέντρο συμφερόντων.
Τι πρέπει να ελέγχεται σε τέτοιες υποθέσεις
Όσοι χειρίζονται ανακοπές, κατασχέσεις, πλειστηριασμούς και υποθέσεις funds δεν μπορούν πλέον να περιορίζονται μόνο στα τυπικά έγγραφα της διαδικασίας.
Πρέπει να εξετάζονται εξονυχιστικά:
Πρώτον, οι εταιρικές συνδέσεις.
Ποιοι είναι οι μέτοχοι, οι διαχειριστές, οι πραγματικοί δικαιούχοι, οι συνδεδεμένες εταιρείες και οι οικονομικές σχέσεις μεταξύ τους;
Δεύτερον, η αλληλογραφία.
Ποιος απαντά στα emails; Ποιος παίρνει θέση; Ποιος παραπέμπει πού; Υπάρχει πραγματική αυτονομία ή ένας φαύλος κύκλος παραπομπών πίσω στο ίδιο fund;
Τρίτον, οι εντολές.
Ποιος αποφασίζει για τη διαπραγμάτευση; Ποιος λέει «όχι»; Ποιος μπλοκάρει λύσεις; Ποιος έχει τον τελικό λόγο;
Τέταρτον, η πιθανή εικονικότητα.
Αν η εταιρεία εμφανίζεται τυπικά ως διαφορετική, αλλά ουσιαστικά λειτουργεί ως προέκταση του ίδιου μηχανισμού, τότε το ζήτημα πρέπει να ερευνηθεί με όλα τα διαθέσιμα ένδικα μέσα.
Δεν είναι απλή υπόθεση ακινήτου — είναι υπόθεση επιβίωσης
Το θέμα γίνεται ακόμη πιο βαρύ όταν πίσω από το ακίνητο υπάρχει επιχείρηση. Όταν δεν μιλάμε για ένα απλό περιουσιακό στοιχείο, αλλά για επαγγελματική δραστηριότητα, για θέσεις εργασίας, για οικογένειες, για ανθρώπους που κινδυνεύουν να βρεθούν ξαφνικά χωρίς εισόδημα.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, η τυπική νομιμότητα δεν αρκεί. Χρειάζεται ουσιαστικός έλεγχος. Χρειάζεται να διαπιστωθεί αν τηρήθηκαν οι κανόνες, αν υπήρξε πραγματική δυνατότητα διαπραγμάτευσης, αν η διαδικασία χρησιμοποιήθηκε ως μέσο πίεσης και αν πίσω από διαφορετικές εταιρικές μορφές κρύβεται το ίδιο συμφέρον.
Γιατί άλλο πράγμα είναι ένας νόμιμος πλειστηριασμός. Και άλλο πράγμα είναι μια διαδικασία που, εφόσον αποδειχθεί, μπορεί να λειτουργεί σαν μηχανισμός ανακύκλωσης ακινήτων εντός του ίδιου κύκλου οικονομικού ελέγχου.
Το ερώτημα είναι απλό και αμείλικτο
Όταν το fund επισπεύδει.
Όταν το ακίνητο εκπλειστηριάζεται.
Όταν καταλήγει σε εταιρεία που φέρεται να συνδέεται με το ίδιο περιβάλλον.
Όταν η εταιρεία δεν απαντά αυτόνομα.
Όταν όλα επιστρέφουν πίσω στο ίδιο κέντρο αποφάσεων.
Τότε η Δικαιοσύνη οφείλει να ρωτήσει:
Υπάρχει πραγματική ανεξαρτησία ή απλώς στήθηκε μια εταιρική βιτρίνα;
Και αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι η καρδιά της υπόθεσης.
Γιατί όταν χάνονται ακίνητα, κλείνουν επιχειρήσεις και απειλούνται θέσεις εργασίας, κανείς δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από εταιρικές ταμπέλες, τυπικές μεταβιβάσεις και σιωπηλές παραπομπές.
Οι πλειστηριασμοί χρειάζονται φως. Όχι σκιές. Και οι εταιρικές διαδρομές των funds χρειάζονται έλεγχο. Όχι ασυλία.

