Οι θεωρίες συνωμοσίας θεριεύουν όταν η Παιδεία υποχωρεί, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς καταρρέει και η ενημέρωση μετατρέπεται σε φτηνό εμπόρευμα
Ένας στους τέσσερις Έλληνες πίστευε, σύμφωνα με έρευνα της διαΝΕΟσις που παρουσιάστηκε το 2017, ότι τα ίχνη των αεροπλάνων στον ουρανό δεν είναι υδρατμοί αλλά «αέρια ψεκασμού». Την ίδια στιγμή, σχεδόν δύο στους τρεις θεωρούσαν ότι οι σημερινοί Έλληνες εξακολουθούν να ξεχωρίζουν για την ευφυΐα και τον πολιτισμό τους.
Ο συνδυασμός είναι πράγματι αποκαλυπτικός. Όχι όμως επειδή αποδεικνύει ότι οι Έλληνες διαθέτουν χαμηλό IQ. Αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο και πολύ πιο επικίνδυνο: την ευκολία με την οποία η εθνική αυταρέσκεια μπορεί να συνυπάρχει με την άγνοια, την καχυποψία και την απόλυτη βεβαιότητα για πράγματα που δεν έχουν ποτέ αποδειχθεί.
Το πρόβλημα δεν λύνεται με έναν αριθμό IQ
Σε άρθρο του στην «Καθημερινή», ο Ανδρέας Δρυμιώτης επιχειρεί να συνδέσει τη διάδοση θεωριών συνωμοσίας με εκτιμήσεις για το μέσο IQ των Ελλήνων. Η συζήτηση που ανοίγει για την παραπληροφόρηση είναι αναγκαία. Οι γενικεύσεις, όμως, χρειάζονται προσοχή.
Το IQ δεν αποτελεί πιστοποιητικό αξίας ενός λαού. Ούτε μια αμφιλεγόμενη διεθνής κατάταξη μπορεί να μετατρέψει εκατομμύρια πολίτες σε έναν ενιαίο αριθμό. Ακόμη περισσότερο, η έκφραση «οριακή νοητική αναπηρία» δεν μπορεί να αποδίδεται συλλήβδην σε ανθρώπους μόνο βάσει μιας στατιστικής εκτίμησης που εμφανίζει μια μηχανή τεχνητής νοημοσύνης.
Και βεβαίως, το γεγονός ότι δύο ποσοστά μοιάζουν αριθμητικά δεν σημαίνει πως αποδεικνύεται οποιαδήποτε σχέση ανάμεσά τους. Το ποσοστό όσων πιστεύουν στους «ψεκασμούς» δεν μπορεί να συνδυάζεται αυθαίρετα με μια υποτιθέμενη κατανομή IQ, ώστε να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι περίπου το 35% του πληθυσμού ανήκει σε κάποια προβληματική κατηγορία.
Η άγνοια δεν αποτελεί κατ’ ανάγκην έλλειψη νοημοσύνης. Μπορεί να είναι αποτέλεσμα ανεπαρκούς Παιδείας, κοινωνικής ανασφάλειας, πολιτικής χειραγώγησης, συστηματικής παραπληροφόρησης και βαθιάς δυσπιστίας απέναντι στους θεσμούς.
Το ψέμα δεν χρειάζεται αποδείξεις
Η πραγματική ουσία βρίσκεται αλλού: στην Ελλάδα ένα εντυπωσιακό ψέμα μπορεί να ταξιδέψει μέσα σε λίγες ώρες, ενώ μια τεκμηριωμένη διάψευση χρειάζεται ημέρες για να φτάσει στο ίδιο κοινό — εάν φτάσει ποτέ.
«Ψεκασμοί», νανορομπότ μέσα στα εμβόλια, περιστέρια-drones, κεραίες 5G που ελέγχουν τον πληθυσμό, ηλεκτρονικές ταυτότητες με τον «αριθμό του Θηρίου» και έξυπνοι μετρητές που καταγράφουν κάθε κίνηση μέσα στο σπίτι.
Το μοτίβο είναι πάντοτε το ίδιο:
Κάποια σκοτεινή ελίτ σχεδιάζει τα πάντα. Οι κυβερνήσεις γνωρίζουν και σιωπούν. Οι επιστήμονες έχουν εξαγοραστεί. Οι δημοσιογράφοι συμμετέχουν στη συγκάλυψη. Και ο χρήστης που ανακάλυψε μια αμφίβολη ανάρτηση στο Διαδίκτυο παρουσιάζεται ως ο μοναδικός κάτοχος της αλήθειας.
Το ψέμα ζητά από τον πολίτη μόνο πίστη. Η αλήθεια πρέπει να εμφανίσει έρευνες, στοιχεία, επιστήμονες, αριθμούς και αποδείξεις — και πάλι αντιμετωπίζεται με καχυποψία.
Η δυσπιστία δεν γεννήθηκε στο κενό
Δεν μπορούμε, ωστόσο, να κατηγορούμε αποκλειστικά τους πολίτες.
Όταν κυβερνήσεις έχουν πει ψέματα, όταν μέσα ενημέρωσης έχουν αποκρύψει ή παραποιήσει γεγονότα, όταν επιστημονικά ζητήματα χρησιμοποιήθηκαν για πολιτική εκμετάλλευση και όταν θεσμοί λειτουργούν χωρίς διαφάνεια, η εμπιστοσύνη καταρρέει.
Και μέσα στα ερείπιά της φυτρώνει η συνωμοσιολογία.
Η δυσπιστία απέναντι στην εξουσία είναι υγιής όταν συνοδεύεται από έρευνα και αποδείξεις. Γίνεται όμως παγίδα όταν ο πολίτης απορρίπτει αυτομάτως κάθε επίσημη πληροφορία και αποδέχεται χωρίς δεύτερη σκέψη οποιονδήποτε ισχυρισμό επιβεβαιώνει τον φόβο ή τον θυμό του.
Δεν είναι «ελεύθερη σκέψη» να πιστεύεις κάθε ανυπόστατη ανάρτηση. Ελεύθερη σκέψη είναι να αμφισβητείς και την κυβέρνηση και τον αυτοαποκαλούμενο «ερευνητή» του Facebook.
Όταν δεν πληρώνεις την ενημέρωση, μπορεί να πληρώνεις το ψέμα
Ιδιαίτερη σημασία έχει ένα ακόμη εύρημα: η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις ως προς την προθυμία των πολιτών να πληρώνουν για ψηφιακές ειδήσεις.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε δωρεάν ενημέρωση είναι κακή ή αναξιόπιστη. Σημαίνει όμως ότι η παραγωγή σοβαρής δημοσιογραφίας έχει κόστος. Χρειάζεται χρόνο, έρευνα, ανθρώπους, διασταύρωση πληροφοριών και ανάληψη ευθύνης.
Όταν το κοινό αρνείται να στηρίξει την ενημέρωση, τα μέσα αναγκάζονται συχνά να κυνηγούν τον εύκολο εντυπωσιασμό, τις διαφημίσεις και τα κλικ. Τότε ο κραυγαλέος τίτλος επικρατεί της έρευνας και το εξοργιστικό ψέμα νικά τη βαρετή αλήθεια.
Η δωρεάν πληροφορία δεν είναι πάντοτε πραγματικά δωρεάν. Κάποιος πληρώνει για να παραχθεί και, αρκετές φορές, πληρώνει επειδή θέλει να επηρεάσει εκείνον που θα την καταναλώσει.
Δεν χρειαζόμαστε πιο «έξυπνους» Έλληνες
Το πρόβλημα της χώρας δεν είναι ότι διαθέτει έναν λαό γενετικά λιγότερο έξυπνο. Είναι ότι επί δεκαετίες δεν διδάσκει επαρκώς στους πολίτες της πώς να ελέγχουν μια πηγή, πώς να ξεχωρίζουν την είδηση από την άποψη και πώς να αναγνωρίζουν τη χειραγώγηση.
Δεν χρειαζόμαστε περισσότερο εθνικό αυτοθαυμασμό ούτε περιφρονητικές ταμπέλες για όσους πέφτουν θύματα της παραπληροφόρησης.
Χρειαζόμαστε καλύτερη Παιδεία, σοβαρότερη δημοσιογραφία, διαφανέστερους θεσμούς και πολίτες που θα ρωτούν πριν πιστέψουν και θα ελέγχουν πριν κοινοποιήσουν.
Γιατί τελικά το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πόσο υψηλό είναι το IQ των Ελλήνων.
Είναι πόσο εύκολα επιτρέπουμε σε κάθε επαγγελματία του φόβου, της προπαγάνδας και του εύκολου κλικ να σκέφτεται αντί για εμάς.

